Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Πρόταση για ταινία: “Frances Ha” του Νόα Μπάουμπαχ.

Μια ανάλαφρη κομεντί, για να μπει καλά το φθινόπωρο...

 


www.lifo.gr



Πιο πολύ κι από μια ακόμα ωδή στη Νέα Υόρκη, ο Νόα Μπάουμπαχ προσφέρει ένα εγκάρδιο δώρο στην πρωταγωνίστρια (και συν-σεναριογράφο) Γκρέτα Γκέρβιγκ, μια νεότερη εκδοχή της Annie Hall του Γούντι Άλεν, ένα αξιαγάπητο «γυναικορίτσι», ιδανικό κράμα αντιθέσεων: συμπαθής και εκνευριστική, γεμάτη διάθεση για ζωή αλλά κωμικά άτυχη, άτσαλη και ψαγμένη, σαχλή μα γενναιόδωρη, ματαιόδοξη και επώδυνα ειλικρινής, άκυρη γκόμενα, όπως τη «βαφτίζει» ο ένας από τους δυο συγκατοίκους της, αλλά γήινα ρομαντική, στην προσπάθειά της να συλλάβει εκείνη την σπάνια, μαγική στιγμή όπου δυο βλέμματα συναντιούνται και συνεννοούνται σιωπηλά στον δικό τους χωροχρόνο, μακριά από τους παρείσακτους και τους αδιάκριτους. Η Φράνσις φιλοδοξεί να γίνει χορεύτρια, αλλά βασικά δοκιμάζεται από την ανεργία και τα έξοδα. Ο γκόμενος την παρατάει, η κολλητή της μετακομίζει, οι γονείς της τσοντάρουν και τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά, ωστόσο το ηθικό της δεν κάμπτεται εύκολα, χάρη στην αισιοδοξία της. Ως άλλο Bande a Part (κλείσιμο του ματιού στον Γκοντάρ και το γαλλικό Νέο Κύμα), βρίσκει κατάλυμα και καταφύγιο σε δυο νέα αγόρια. Οι στιγμές της καθημερινότητάς τους με αστεία, ανία και αυτό το σκότωμα χρόνου που είναι ίδιον της νεότητας γίνεται το κεντρικό μοτίβο της ταινίας. Ο Μπάουμπαχ απογυμνώνει την καθημερινότητα της Φράνσις Χα από το χρώμα της πόλης, δίνοντας έμφαση στη διαδοχή των καταστάσεων που της συμβαίνουν σαν τυχαία ενσταντανέ διαφορετικών ταχυτήτων: εκεί που βουλιάζει στον καναπέ βλέποντας ότι να ’ναι, τρέχει στον δρόμο κάνοντας πιρουέτες, κι ενώ αποφασίζει, σε πείσμα των περιορισμένων οικονομικών της, να πεταχτεί στο Παρίσι για ένα Σαββατοκύριακο, το ταξίδι καταλήγει σε μια σειρά μοναχικών περιπάτων, με τη Φράνσις έρμαιο του τζετ-λαγκ και της κακής περιαγωγής στο κινητό. Η διαφορά του Μπάουμπαχ από τον Γούντι Άλεν είναι πως το δικό του Μανχάταν δεν είναι μια εξιδανικευμένη μητρόπολη βγαλμένη από το παλιό σινεμά, όπου μπορείς να συναντήσεις από γκάνγκστερ και μοιραίες γυναίκες μέχρι τον Μάρσαλ Μακλούαν. Όσο κι αν η Φράνσις την αγαπάει σαν το σπίτι της (τους παλιούς ουρανοξύστες, όπως αναφέρει), δεν παύει να είναι μια μόνιμη πηγή άγχους και απογοήτευσης, όπως όλες οι σύγχρονες πόλεις. Η μόνη προοπτική της είναι η καλή της καρδιά και, παρά τις down στιγμές της, η διάθεση να μείνει ζωντανή στο παιχνίδι και να προσπαθήσει για κάτι καλύτερο. Απέναντι στα πρότυπα των σέξι σταρ και των νέων κοριτσιών του Χόλιγουντ όπως η Τζένιφερ Λόρενς, η Γκρέτα Γκέρβιγκ ίσως δεν γίνει ποτέ μια κλασική πρωταγωνίστρια (όπως διαπιστώσαμε από το κακορίζικο remake του Άρθουρ), αλλά με αυτό το φιλμ, όπως και στην προηγούμενη συνεργασία της με τον Μπάουμπαχ στο Greenberg, φαίνεται ικανή να συνδυάσει μια παλιομοδίτικη ευαισθησία με την αντίληψη μιας σύγχρονης αντι-ηρωίδας. Άλλωστε, και η Νταϊάν Κίτον στα χαρτιά δεν γέμιζε το μάτι, ώσπου της δόθηκαν οι κατάλληλες ευκαιρίες. Πηγή: www.lifo.gr
Πιο πολύ κι από μια ακόμα ωδή στη Νέα Υόρκη, ο Νόα Μπάουμπαχ προσφέρει ένα εγκάρδιο δώρο στην πρωταγωνίστρια (και συν-σεναριογράφο) Γκρέτα Γκέρβιγκ, μια νεότερη εκδοχή της Annie Hall του Γούντι Άλεν, ένα αξιαγάπητο «γυναικορίτσι», ιδανικό κράμα αντιθέσεων: συμπαθής και εκνευριστική, γεμάτη διάθεση για ζωή αλλά κωμικά άτυχη, άτσαλη και ψαγμένη, σαχλή μα γενναιόδωρη, ματαιόδοξη και επώδυνα ειλικρινής, άκυρη γκόμενα, όπως τη «βαφτίζει» ο ένας από τους δυο συγκατοίκους της, αλλά γήινα ρομαντική, στην προσπάθειά της να συλλάβει εκείνη την σπάνια, μαγική στιγμή όπου δυο βλέμματα συναντιούνται και συνεννοούνται σιωπηλά στον δικό τους χωροχρόνο, μακριά από τους παρείσακτους και τους αδιάκριτους. Η Φράνσις φιλοδοξεί να γίνει χορεύτρια, αλλά βασικά δοκιμάζεται από την ανεργία και τα έξοδα. Ο γκόμενος την παρατάει, η κολλητή της μετακομίζει, οι γονείς της τσοντάρουν και τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά, ωστόσο το ηθικό της δεν κάμπτεται εύκολα, χάρη στην αισιοδοξία της. Ως άλλο Bande a Part (κλείσιμο του ματιού στον Γκοντάρ και το γαλλικό Νέο Κύμα), βρίσκει κατάλυμα και καταφύγιο σε δυο νέα αγόρια. Οι στιγμές της καθημερινότητάς τους με αστεία, ανία και αυτό το σκότωμα χρόνου που είναι ίδιον της νεότητας γίνεται το κεντρικό μοτίβο της ταινίας. Ο Μπάουμπαχ απογυμνώνει την καθημερινότητα της Φράνσις Χα από το χρώμα της πόλης, δίνοντας έμφαση στη διαδοχή των καταστάσεων που της συμβαίνουν σαν τυχαία ενσταντανέ διαφορετικών ταχυτήτων: εκεί που βουλιάζει στον καναπέ βλέποντας ότι να ’ναι, τρέχει στον δρόμο κάνοντας πιρουέτες, κι ενώ αποφασίζει, σε πείσμα των περιορισμένων οικονομικών της, να πεταχτεί στο Παρίσι για ένα Σαββατοκύριακο, το ταξίδι καταλήγει σε μια σειρά μοναχικών περιπάτων, με τη Φράνσις έρμαιο του τζετ-λαγκ και της κακής περιαγωγής στο κινητό. Η διαφορά του Μπάουμπαχ από τον Γούντι Άλεν είναι πως το δικό του Μανχάταν δεν είναι μια εξιδανικευμένη μητρόπολη βγαλμένη από το παλιό σινεμά, όπου μπορείς να συναντήσεις από γκάνγκστερ και μοιραίες γυναίκες μέχρι τον Μάρσαλ Μακλούαν. Όσο κι αν η Φράνσις την αγαπάει σαν το σπίτι της (τους παλιούς ουρανοξύστες, όπως αναφέρει), δεν παύει να είναι μια μόνιμη πηγή άγχους και απογοήτευσης, όπως όλες οι σύγχρονες πόλεις. Η μόνη προοπτική της είναι η καλή της καρδιά και, παρά τις down στιγμές της, η διάθεση να μείνει ζωντανή στο παιχνίδι και να προσπαθήσει για κάτι καλύτερο. Απέναντι στα πρότυπα των σέξι σταρ και των νέων κοριτσιών του Χόλιγουντ όπως η Τζένιφερ Λόρενς, η Γκρέτα Γκέρβιγκ ίσως δεν γίνει ποτέ μια κλασική πρωταγωνίστρια (όπως διαπιστώσαμε από το κακορίζικο remake του Άρθουρ), αλλά με αυτό το φιλμ, όπως και στην προηγούμενη συνεργασία της με τον Μπάουμπαχ στο Greenberg, φαίνεται ικανή να συνδυάσει μια παλιομοδίτικη ευαισθησία με την αντίληψη μιας σύγχρονης αντι-ηρωίδας. Άλλωστε, και η Νταϊάν Κίτον στα χαρτιά δεν γέμιζε το μάτι, ώσπου της δόθηκαν οι κατάλληλες ευκαιρίες. Πηγή: www.lifo.gr
Πιο πολύ κι από μια ακόμα ωδή στη Νέα Υόρκη, ο Νόα Μπάουμπαχ προσφέρει ένα εγκάρδιο δώρο στην πρωταγωνίστρια (και συν-σεναριογράφο) Γκρέτα Γκέρβιγκ, μια νεότερη εκδοχή της Annie Hall του Γούντι Άλεν, ένα αξιαγάπητο «γυναικορίτσι», ιδανικό κράμα αντιθέσεων: συμπαθής και εκνευριστική, γεμάτη διάθεση για ζωή αλλά κωμικά άτυχη, άτσαλη και ψαγμένη, σαχλή μα γενναιόδωρη, ματαιόδοξη και επώδυνα ειλικρινής, άκυρη γκόμενα, όπως τη «βαφτίζει» ο ένας από τους δυο συγκατοίκους της, αλλά γήινα ρομαντική, στην προσπάθειά της να συλλάβει εκείνη την σπάνια, μαγική στιγμή όπου δυο βλέμματα συναντιούνται και συνεννοούνται σιωπηλά στον δικό τους χωροχρόνο, μακριά από τους παρείσακτους και τους αδιάκριτους. Η Φράνσις φιλοδοξεί να γίνει χορεύτρια, αλλά βασικά δοκιμάζεται από την ανεργία και τα έξοδα. Ο γκόμενος την παρατάει, η κολλητή της μετακομίζει, οι γονείς της τσοντάρουν και τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά, ωστόσο το ηθικό της δεν κάμπτεται εύκολα, χάρη στην αισιοδοξία της. Ως άλλο Bande a Part (κλείσιμο του ματιού στον Γκοντάρ και το γαλλικό Νέο Κύμα), βρίσκει κατάλυμα και καταφύγιο σε δυο νέα αγόρια. Οι στιγμές της καθημερινότητάς τους με αστεία, ανία και αυτό το σκότωμα χρόνου που είναι ίδιον της νεότητας γίνεται το κεντρικό μοτίβο της ταινίας. Ο Μπάουμπαχ απογυμνώνει την καθημερινότητα της Φράνσις Χα από το χρώμα της πόλης, δίνοντας έμφαση στη διαδοχή των καταστάσεων που της συμβαίνουν σαν τυχαία ενσταντανέ διαφορετικών ταχυτήτων: εκεί που βουλιάζει στον καναπέ βλέποντας ότι να ’ναι, τρέχει στον δρόμο κάνοντας πιρουέτες, κι ενώ αποφασίζει, σε πείσμα των περιορισμένων οικονομικών της, να πεταχτεί στο Παρίσι για ένα Σαββατοκύριακο, το ταξίδι καταλήγει σε μια σειρά μοναχικών περιπάτων, με τη Φράνσις έρμαιο του τζετ-λαγκ και της κακής περιαγωγής στο κινητό. Η διαφορά του Μπάουμπαχ από τον Γούντι Άλεν είναι πως το δικό του Μανχάταν δεν είναι μια εξιδανικευμένη μητρόπολη βγαλμένη από το παλιό σινεμά, όπου μπορείς να συναντήσεις από γκάνγκστερ και μοιραίες γυναίκες μέχρι τον Μάρσαλ Μακλούαν. Όσο κι αν η Φράνσις την αγαπάει σαν το σπίτι της (τους παλιούς ουρανοξύστες, όπως αναφέρει), δεν παύει να είναι μια μόνιμη πηγή άγχους και απογοήτευσης, όπως όλες οι σύγχρονες πόλεις. Η μόνη προοπτική της είναι η καλή της καρδιά και, παρά τις down στιγμές της, η διάθεση να μείνει ζωντανή στο παιχνίδι και να προσπαθήσει για κάτι καλύτερο. Απέναντι στα πρότυπα των σέξι σταρ και των νέων κοριτσιών του Χόλιγουντ όπως η Τζένιφερ Λόρενς, η Γκρέτα Γκέρβιγκ ίσως δεν γίνει ποτέ μια κλασική πρωταγωνίστρια (όπως διαπιστώσαμε από το κακορίζικο remake του Άρθουρ), αλλά με αυτό το φιλμ, όπως και στην προηγούμενη συνεργασία της με τον Μπάουμπαχ στο Greenberg, φαίνεται ικανή να συνδυάσει μια παλιομοδίτικη ευαισθησία με την αντίληψη μιας σύγχρονης αντι-ηρωίδας. Άλλωστε, και η Νταϊάν Κίτον στα χαρτιά δεν γέμιζε το μάτι, ώσπου της δόθηκαν οι κατάλληλες ευκαιρίες. Πηγή: www.lifo.gr







Η Φράνσις είναι μια 27χρονη κάτοικος της Νέας Υόρκης του σήμερα, η οποία ζει ανέμελα τη ζωή της, αρνούμενη να ωριμάσει. Είναι ονειροπαρμένη, αυθόρμητη, ζει δουλεύοντας ως βοηθητική χοροδιδάσκαλος σε μια σχολή χορού, χωρίς η ίδια να είναι χορεύτρια, και μοιράζεται ένα διαμέρισμα με την καλύτερη φίλη της, Σόφι. Η σχέση τους όμως θα δοκιμαστεί, όταν η Σόφι φέρει τον καινούργιο της φίλο, για να ζήσει μαζί τους στο σπίτι.


Η καινούργια ταινία του Νόα Μπάουμπαχ των “Greenberg” και «Δεσμών διαζυγίου», είναι μια γλυκόπικρη κομεντί «ενηλικίωσης», που πατάει με το ένα πόδι στο Γαλλικό Νέο Κύμα της δεκαετίας του ‘60 και με το άλλο στην παράδοση (πλέον) των ανάλογων ταινιών του Γούντι Άλεν, από τις οποίες και κυρίως εμπνέεται. Το σενάριο, γραμμένο από τον ίδιο και την πρωταγωνίστριά του, Γκρέτα Γκέργουινγκ, μέσω ισορροπημένων δόσεων από πνευματώδεις διαλόγους και παιχνιδιάρικη διάθεση, συνηγορεί σε αυτήν την ανάλαφρη αίσθηση, εναλλάσσοντας το χιούμορ με τη συγκίνηση, με τρόπο σχεδόν αναμενόμενο.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το αδύνατο σημείο της ταινίας, κατά τη γνώμη μας. Μοιάζει να είναι κομμένη και ραμμένη για να αρέσει σε όλο τον κόσμο, χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα υλικά, στη σωστή αναλογία. Δεν αμφιβάλλουμε για την ειλικρίνεια και τις καλές προθέσεις των δημιουργών της, ούτε αγαπάμε μονάχα τις σκοτεινές, απαισιόδοξες και αργόσυρτες ταινίες.

Μας λείπει ο σαρκασμός, η αποδομητική διάθεση και οι ακρότητες των «Δεσμών Διαζυγίου», της ταινίας που ενέταξε τον σκηνοθέτη στην ομάδα των συνομήλικων (και φίλων του) σκηνοθετών, όπως ο Γουές Άντερσον («Οικογένεια Τενενμπάουμ», «Ο Έρωτας του Φεγγαριού») και ο Σπάικ Τζόνζι («Στο Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς», «Στη Χώρα των Άγριων Πλασμάτων»), οι οποίοι, στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, ανανέωσαν το ενδιαφέρον μας γα το αμερικάνικο, ημι-ανεξάρτητο σινεμά.

Υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία από τον Σαμ Λεβί («Γουέντι και Λούσι») και ανάλογα ενδιαφέρον σάουντρακ (τραγουδιών). Μετά τη Σοφία Κόπολα, και ο Μπάουμπαχ εδώ μνημονεύει κι ευχαριστεί τον Χάρη Σαββίδη ή Χαρι Σαβίντις, τον σημαντικό ελληνοαμερικανό διευθυντή φωτογραφίας, που απεβίωσε στα 55 του χρόνια. 
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΑΚΗΣ ΛΑΚΤΑΡΙΔΗΣ laktaridis@doctv.gr26.09.2013


Info: “Frances Ha” -Κομεντί. ΗΠΑ 2012. Ασπρόμαυρο. Πρεμιέρα: Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου. Σκηνοθεσία: Νόα Μπάουμπαχ. Παίζουν: Γκρέτα Γκέργουιγκ, Μίκι Σάμερ, Άνταμ Ντράιβερ. Διανομή: Seven Films & Spentzos Film



 























Πιο πολύ κι από μια ακόμα ωδή στη Νέα Υόρκη, ο Νόα Μπάουμπαχ προσφέρει ένα εγκάρδιο δώρο στην πρωταγωνίστρια (και συν-σεναριογράφο) Γκρέτα Γκέρβιγκ, μια νεότερη εκδοχή της Annie Hall του Γούντι Άλεν, ένα αξιαγάπητο «γυναικορίτσι», ιδανικό κράμα αντιθέσεων: συμπαθής και εκνευριστική, γεμάτη διάθεση για ζωή αλλά κωμικά άτυχη, άτσαλη και ψαγμένη, σαχλή μα γενναιόδωρη, ματαιόδοξη και επώδυνα ειλικρινής, άκυρη γκόμενα, όπως τη «βαφτίζει» ο ένας από τους δυο συγκατοίκους της, αλλά γήινα ρομαντική, στην προσπάθειά της να συλλάβει εκείνη την σπάνια, μαγική στιγμή όπου δυο βλέμματα συναντιούνται και συνεννοούνται σιωπηλά στον δικό τους χωροχρόνο, μακριά από τους παρείσακτους και τους αδιάκριτους. 

Η Φράνσις φιλοδοξεί να γίνει χορεύτρια, αλλά βασικά δοκιμάζεται από την ανεργία και τα έξοδα. Ο γκόμενος την παρατάει, η κολλητή της μετακομίζει, οι γονείς της τσοντάρουν και τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά, ωστόσο το ηθικό της δεν κάμπτεται εύκολα, χάρη στην αισιοδοξία της. Ως άλλο Bande a Part (κλείσιμο του ματιού στον Γκοντάρ και το γαλλικό Νέο Κύμα), βρίσκει κατάλυμα και καταφύγιο σε δυο νέα αγόρια. Οι στιγμές της καθημερινότητάς τους με αστεία, ανία και αυτό το σκότωμα χρόνου που είναι ίδιον της νεότητας γίνεται το κεντρικό μοτίβο της ταινίας. Ο Μπάουμπαχ απογυμνώνει την καθημερινότητα της Φράνσις Χα από το χρώμα της πόλης, δίνοντας έμφαση στη διαδοχή των καταστάσεων που της συμβαίνουν σαν τυχαία ενσταντανέ διαφορετικών ταχυτήτων: εκεί που βουλιάζει στον καναπέ βλέποντας ότι να ’ναι, τρέχει στον δρόμο κάνοντας πιρουέτες, κι ενώ αποφασίζει, σε πείσμα των περιορισμένων οικονομικών της, να πεταχτεί στο Παρίσι για ένα Σαββατοκύριακο, το ταξίδι καταλήγει σε μια σειρά μοναχικών περιπάτων, με τη Φράνσις έρμαιο του τζετ-λαγκ και της κακής περιαγωγής στο κινητό. 

Η διαφορά του Μπάουμπαχ από τον Γούντι Άλεν είναι πως το δικό του Μανχάταν δεν είναι μια εξιδανικευμένη μητρόπολη βγαλμένη από το παλιό σινεμά, όπου μπορείς να συναντήσεις από γκάνγκστερ και μοιραίες γυναίκες μέχρι τον Μάρσαλ Μακλούαν. Όσο κι αν η Φράνσις την αγαπάει σαν το σπίτι της (τους παλιούς ουρανοξύστες, όπως αναφέρει), δεν παύει να είναι μια μόνιμη πηγή άγχους και απογοήτευσης, όπως όλες οι σύγχρονες πόλεις. Η μόνη προοπτική της είναι η καλή της καρδιά και, παρά τις down στιγμές της, η διάθεση να μείνει ζωντανή στο παιχνίδι και να προσπαθήσει για κάτι καλύτερο. Απέναντι στα πρότυπα των σέξι σταρ και των νέων κοριτσιών του Χόλιγουντ όπως η Τζένιφερ Λόρενς, η Γκρέτα Γκέρβιγκ ίσως δεν γίνει ποτέ μια κλασική πρωταγωνίστρια (όπως διαπιστώσαμε από το κακορίζικο remake του Άρθουρ), αλλά με αυτό το φιλμ, όπως και στην προηγούμενη συνεργασία της με τον Μπάουμπαχ στο Greenberg, φαίνεται ικανή να συνδυάσει μια παλιομοδίτικη ευαισθησία με την αντίληψη μιας σύγχρονης αντι-ηρωίδας. Άλλωστε, και η Νταϊάν Κίτον στα χαρτιά δεν γέμιζε το μάτι, ώσπου της δόθηκαν οι κατάλληλες ευκαιρίες. Πηγή: www.lifo.gr



«Frances Ha»
Σε αυτήν την ταινία οι αναφορές στο σινεμά του Γούντι Άλεν γίνονται αισθητές από την πρώτη στιγμή. Ο Νόε Μπαόυμπαχ δείχνει να αποτελεί έναν άξιο κληρονόμο του σινεμά του μεγάλου αμερικανού σκηνοθέτη, τόσο στη θεματική όσο και στην αισθητική απόδοση του κινηματογραφικού του εγχειρήματος.
Οι χαρακτήρες του βρίσκονται σε καταστάσεις ανισορροπίας, σε ένα μεταβατικό στάδιο, γεμάτοι όνειρα, καλλιτεχνικές φιλοδοξίες ή πνευματικές ανησυχίες και επιδίδονται σε αναλύσεις των σχέσεων και του κόσμου με ένα χιούμορ και μια ενέργεια αστεία και μελαγχολική («Greenberg», «The Squid and the Whale»).
Στην ταινία του «Frances Ha», η Frances (Greta Gerwing) είναι μια νέα είκοσι επτά ετών που έχει περάσει από καιρό την εφηβεία, δεν είναι φοιτήτρια και δεν έχει βρει ακόμη μία δουλειά. Ο θεατής παρακολουθεί τη διαδρομή της ηρωίδας μέσα στην προσπάθειά της να ενταχθεί στην κοινωνία, να αποκτήσει ένα ρόλο που θα σφραγίσει την ενηλικίωσή της.
Η Frances περιπλανιέται εδώ και εκεί, περνά διάφορες δοκιμασίες στη σχέση της με τους φίλους της, αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες και δεν μένει με τους γονείς της.
Έχει, ωστόσο, δύο ιδανικά, δύο όνειρα να εκπληρώσει: να γίνει χορογράφος –καθώς είναι μαθητευόμενη σε ένα ατελιέ σύγχρονου χορού- και να διατηρήσει τη στενή, πολύ δεμένη σχέση που έχει με τη φίλη της Sophie (Mickey Summer). Η Frances έρχεται αντιμέτωπη με ποικίλα αδιέξοδα, καθώς τα πράγματα δεν έρχονται σχεδόν ποτέ όπως τα περιμένει. Ωστόσο, τα αντιμετωπίζει με μια αισιοδοξία και μια ελαφράδα που μαγεύει.

Είναι μια αντι-ηρωίδα που μας παρασύρει σε έναν καταπληκτικό κόσμο αέρινο, χαρούμενο και μελαγχολικό, στο σύμπαν της που είναι γεμάτο αέρινες κινήσεις, όπως και ο χορός της, και που καταφέρνει τελικά «να σταθεί στα πόδια της» παρά τις αντιξοότητες. Ένα μήνυμα για τη νέα γενιά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στη σύγχρονη εποχή της κρίσης; Η επιλογή της ως ταινία έναρξης του Φεστιβάλ θα λέγαμε ότι δεν είναι τυχαία.
Ο Νόε Μπαόυμπαχ με το «Frances Ha» δίνει μια κινηματογραφική εκδοχή των αδιεξόδων της σύγχρονης νέας γενιάς της Νέας-Υόρκης και όλων των νέων κατ' επέκταση, που βρίσκονται στο ενδιάμεσο, στο «ανολοκλήρωτο» και προσπαθούν να αυτό-προσδιοριστούν. Όλο το φιλμικό κείμενο διαπνέεται από την αίσθηση του ανολοκλήρωτου. Τόσο στις ενέργειες, όσο και στις σκέψεις ή τα συναισθήματα.
Αυτή η έννοια του «μη ολοκληρωμένου» βρίσκει τη μεταφορική της έκφραση στο όνομα της που γράφει σε ένα χαρτάκι στο τέλος της ταινίας η ηρωίδα: «Frances Ha» έχοντας γράψει μόνο τα δύο πρώτα γράμματα του επιθέτου της.


Εκτός από τις γουντιαλενικές αναφορές («Manhatan»), η ταινία αποτίει φόρο τιμής στη γαλλική nouvelle vague (κάποια στιγμή αναφέρεται το όνομα του Ζαν Πιερ Λεό) και το σινεμά του Godard, με συνεχείς διαλόγους μεταξύ νέων που, με έναν αέρα αυθόρμητο και ανεπιτήδευτο, αποκαλύπτουν διάφορους προβληματισμούς για τις σχέσεις και τη ζωή. Χαρακτηριστική είναι και η ασπρόμαυρη εικόνα που συνηγορεί για όλα τα παραπάνω.
Θα λέγαμε ότι η ταινία εντάσσεται στο κίνημα «Mumblecore», το πρώτο σπουδαίο αμερικανικό κινηματογραφικό κίνημα του 21ου αιώνα. Τα θέματά του είναι οι νέοι μεταξύ των 20 και 30, οι διάλογοι βασίζονται συχνά στον αυτοσχεδιασμό και αναφέρονται σε ζητήματα σχέσεων. Η ηθοποιός Greta Gerwing έχει συμμετάσχει σε μερικές από αυτές.
Η ηθοποιός διαθέτει το παρουσιαστικό της καθημερινής ανεπιτήδευτης νέας που μπορούμε να συναντήσουμε στο δρόμο ανά πάσα στιγμή και ερμηνεύει με αξιοπρόσεχτη φυσικότητα το ρόλο της.
Χαρακτηριστική είναι η σκηνή κατά την οποία τρέχει στους δρόμους της Νέας Υόρκης κάτω από τους ήχους του «Modern Love» του David Bowie, τιμώντας και θυμίζοντάς μας το «Mauvais Sang» (1986) του Leos Carax, όπου ο Denis Lavant διασχίζει τους δρόμους του Παρισιού με την ίδια μουσική υπόκρουση.
Το «Frances Ha» αφηγείται μια συναρπαστική ιστορία. Κατά την προβολή του φιλμ, το κοινό διασκέδασε και ψυχαγωγήθηκε, εκφράζοντας την επιδοκιμασία του με γέλια και άλλες εκφράσεις που αποκάλυπταν ότι συμμερίζεται τις αγωνίες της Frances Ha.
Πρωταγωνιστούν οι: Γκρέτα Γκέργουικ, Μίκι Σάμνερ, Άνταμ Ντράιβερ. Η ταινία προβάλλεται από τη Seven Films.
ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου