Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Δ. Δημητριάδης: Πεθαίνω σαν χώρα



«ΘΑ ΝΟΜΙΖΕ ΚΑΝΕΙΣ ΟΤΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ (είχε κρατήσει όμως αιώνες αυτή η διαδικασία) κάποια ριζική και αμετάκλητη αλλαγή είχε συντελεστεί στο φυλετικό πυρήνα όλου αυτού του κόσμου μετά την αναγγελία πως κατέρρευσε το νότιο μέτωπο, επιβεβαίωση που επισφραγίστηκε με το λόγο του προέδρου της Δημοκρατίας -σε τόνο αυστηρό και δήθεν μεγαλοπρεπή (: ένας πρώην αυτοκράτωρ που δείχνει με ψωραλέα έπαρση τη ρημαγμένη του παράγκα αποκαλώντας την Ιμπέριουμ …) υπενθύμισε για μια ακόμα φορά την υποχρέωση του καθενός να παραμείνει πιστός στην παρακαταθήκη του παρελθόντος και την εθνική ανάγκη να περισωθεί τουλάχιστον η αξιοπρέπεια της χώρας».

«ΕΝ ΤΩ ΜΕΤΑΞΥ, ΤΙΠΟΤΑ ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΠΙΑ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΚΡΥΦΟ, και μολονότι τα νέα που έφταναν ήταν αντιφατικά και συγκεχυμένα προκαλώντας αλληλοαναιρούμενες εξάρσεις στα πλήθη, ποτέ δεν έφεραν κάποιον αέρα αισιοδοξίας, το αντίθετο, οι ελπίδες όλο και λιγόστευαν (τις στιγμές εκείνες, τίποτε δεν υπήρχε πιο αόριστο από τη λέξη ελπίδα και τίποτα πιο σκοτεινό από το νόημά της), ώσπου μαθεύτηκε πως είχε καταρρεύσει και το ανατολικό μέτωπο, και αυτό έκανε τον κόσμο να επιταχύνει την κίνησή του προς τα βόρεια.

ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΧΑΟΣ, Η ΚΙΝΗΣΗ ΑΥΤΗ ΕΙΧΕ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ, γιατί ήταν μια κίνηση καθαρής απελπισίας με τάσεις συγχρόνως αυτοκαταστροφής και αυτοσυντήρησης, αφού η χώρα ήταν κυκλωμένη από όλες βέβαια τις μεριές, μα είχε και τις βουνοκορφές της στα βόρεια που πρόσφεραν για λίγο την ανακουφιστική ψευδαίσθηση του απόρθητου καταφύγιου, όμως, καθώς δεν είχε καμιά διέξοδο προς τη θάλασσα, το αίσθημα της ασφυξίας ξαφνικά και του αδιεξόδου, της παγίδευσης, της περίσφιγξης, του κλοιού, του πνιγμού…».

«…ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΗΤΑΝ ΣΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ή πως η ψυχή όλων των κατοίκων της δεν ήταν παρά το δικό της αδιέξοδο. Γιατί η μετάβαση από τον ένα ιστορικό κύκλο στον άλλο είχε εξαντλήσει και την τελευταία της περιστροφή…».

«ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΔΕΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ σφυροκοπημένοι από αόρατο χέρι στους δρόμους, δε μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει και τι είναι ο θάνατος μιας χώρας…».

«ΤΙ ΑΛΛΟ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ, τουλάχιστον για κείνους που υφίστανται την απάτη και το μαγνητισμό της ύλης συνειδητά, παρά το πολυπόθητο και σπανιότατα κατορθωτό πέρασμα της ψυχής από την αφασία της γλώσσας στο παλλόμενο, γεώδες, αχειρότμητο και αλάξευτο βασίλειο των λέξεων, εν ζωή;… Η αθανασία είναι λέξεις. Η βασιλεία των ουρανών είναι μια ψυχή ομιλούσα αχαλίνωτα…».

«… ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΙΧΑΝ ΞΕΦΥΓΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ των πολιτικών και των στρατιωτικών, που δεν ήξεραν πια με τι να καμουφλάρουν μια πραγματικότητα που πρώτα αυτούς τους ίδιους άρχισε να τρομάζει σπέρνοντας σ' αυτές τις αδυσώπητες, αδίσταχτες, αδιάντροπες, αδάκρυτες καρδιές τον υπονομευτικό φόβο του απείρου, της μοναξιάς και του θανάτου, κι έκαναν την εμφάνισή τους κρούσματα πρωθυπουργών και υπουργών που δεν έπεφταν για ύπνο, αν δεν ήταν βέβαιοι πως όλη τη νύχτα θα τους κρατούσε το χέρι ο καμαριέρης τους… ή κρούσματα αξιωματικών, κυρίως ανωτέρων, που δε μπορούσαν πια να μένουν μόνοι τους σε ένα άδειο δωμάτιο, έτρεμαν το σκοτάδι και άνοιγαν συνεχώς συζητήσεις πάνω στο θέμα της διαλυόμενης, όπως έλεγαν, σκόνης στην οποία θα καταλήγανε «μέσα σε μια αιωνιότητα αμείωτου κενού...».

«… ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ ΠΩΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΛΛΩΝ ΕΙΔΩΝ ΑΠΕΛΠΙΣΙΕΣ και πως ένα είδος τους ανήκει αποκλειστικά και στους αιώνες, τη χρονιά εκείνη έγιναν οι περισσότερες συνομωσίες στα ανώτατα κρατικά κλιμάκια, κοπάδια βουλευτών εξαγοράζονταν και προσχωρούσαν κορδωμένοι στην ακριβώς αντίθετη παράταξη μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν προσωπικές ή οικογενειακές φιλοδοξίες (ένας, λένε, δέχτηκε να γίνει υπουργός για να δώσει μια τελευταία χαρά στην ετοιμοθάνατη γριά μητέρα του, γιατί την είχε φάει το μαράζι που ο γιός της είχε γεράσει βουλευτής), οι φανατικοί πατριώτες και εθνικόφρονες φυγάδευσαν περιουσίες ολόκληρες στο εξωτερικό με τη βοήθεια των αλληλοκαθρεφτιζόμενων καθεστώτων που ορισμένοι από αυτούς τα κρατούσαν με τα λεφτά τους και τις διασυνδέσεις τους στην εξουσία …».

«… ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΔΙΑΔΕΧΟΝΤΑΝ Η ΜΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗ μ’ έναν πυρετώδη ρυθμό αλληλουχίας αποτυχιών, εγκλημάτων κι αναρίθμητων μορφών ανικανότητας, που έφτανε στα όρια της πνευματικής παραλυσίας, φρενιασμένοι οπαδοί πεθαμένων πολιτικών αρχηγών τούς έβγαλαν από τους τάφους τους και κρατώντας τους ψηλά μέσα στα λασπωμένα φέρετρά τους, τους περιέφεραν στους δρόμους ζητώντας με εξτρεμιστικά συνθήματα την επαναφορά τους στην ενεργό πολιτική, γιατί υποστήριζαν πως μόνο αυτοί θα γλίτωναν τη χώρα από την ολοκληρωτική της εξαφάνιση (…) φανατισμένοι λόγιοι έβγαιναν στα μπαλκόνια τους και παρακινούσαν τα σαστισμένα πλήθη ν’ απαρνηθούν τη ζωή, να τρέφονται μόνο με ρίζες και να αναπαράγονται πλαγιάζοντας με ακρωτηριασμένα αγάλματα, μέσα σε μια συναισθηματική κι ιδεολογική παράκρουση όμοια μ’ εκείνων που προσπαθούσαν να επέμβουν στην καυτή πραγματικότητα για να την αλλάξουν ριζικά, εφαρμόζοντας πολιτικά προγράμματα που ήταν επινοήσεις άλλων εποχών…».

«… ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΑΚΥΡΩΘΗΚΑΝ ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥΣ. Οι θεσμοί αντιστράφηκαν κι άρχισε να εφαρμόζεται το εντελώς αντίθετό τους…».

«… ΤΩΡΑ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΡΟΥΦΟΥΣΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΜΙΑ ΜΑΥΡΗ ΛΑΣΠΗ… Πολύκλαδα και βαθύριζα δέντρα γενεαλογικά ρίχτηκαν στη φωτιά. Ληξιαρχεία τινάχτηκαν στον αέρα. Τα μεγαλύτερα πλιάτσικα γίνανε στα μουσεία και στα αρχεία του κράτους. Μυθώδεις περιουσίες δημεύτηκαν. Αποκαλύφθηκαν αίσχη και αίσχη, σε μια κρίση εθνικού αυτοκολασμού… Η ερωτική ζωή τετρακοσίων τουλάχιστον πρωθυπουργών αποτέλεσε το θέμα οργιαστικών ταινιών στηριγμένων σε αδιάψευστα τεκμήρια. Δημόσιοι άνδρες, που δεν πρόλαβαν να το σκάσουν στο εξωτερικό εγκαίρως, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν ανώτατα αξιώματα και να προβούν σε εξομολογήσεις μπροστά σε αφρίζουσες μάζες λαού που τους λιντσάριζαν και μετά τους έτρωγαν με την εκδικητική λύσσα των αδικημένων…».

«… ΞΑΝΑΣΧΕΔΙΑΣΤΗΚΕ Η ΡΥΜΟΤΟΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ, που γκρεμίστηκαν συθέμελα και ξαναχτίστηκαν από την αρχή. Η εκμετάλλευση του υπεδάφους πέρασε σε άλλα χέρια (…) Το όνομα της χώρας άλλαξε. Το νέο δε θύμιζε σε τίποτα το παλιό…».

«… ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ… ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑ ΜΙΑ ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΕΙ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΗΣ, τους τάφους της… που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα… ζώντας απ’ αυτά. Εγώ δε θέλω να ’μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δεν θέλω να είμ’ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ’θελα να ζήσω, θά ’θελα να μπορούσα να ζήσω, θα ’μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δε μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή…».

«ΑΥΤΗ Η ΧΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΤΙΚΙΟ ΜΑΣ. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα, μας το πίνει. Δε μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο…».

«ΤΟ ΧΩΜΑ ΤΗΣ ΕΧΕΙ ΠΑΡΕΙ ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΜΟΥ… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχει μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σα χώρα…».


Απόσπασμα από το πεζογράφημα του Δημήτρη Δημητριάδη, Πεθαίνω σαν χώρα, εκδ. Σαιξπηρικόν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου