Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Αισθητισμός -Συμβολισμός






Κ. Καρυωτάκης






Το έργο       

Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων (1919)
Νηπενθή (1921-ομηρική λέξη που σημαίνει αυτά που διώχνουν το πένθος)
Ελεγεία και σάτιρες (1927= η δραστικότερη έκφραση του ιστορικοκοινωνικού στίγματος της εποχής ανάμεσα στον α΄ και β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο-στο πρόσωπο του Καρυωτάκη θάβεται η Μεγάλη Ιδέα)

Γενιά του ’20: κύρια χαρακτηριστικά της:

χρήση καθημερινού λεξιλογίου,
χαμηλόφωνος λυρισμός,
αίσθηση πίκρας για την απώλεια των ιδανικών και απογοήτευσης από την αδιάφορη και μίζερη ζωή της πόλης,
νοσταλγία των περασμένων και διάθεση φυγής στη φύση και στο πραγματικό ή ονειρικό ταξίδι


Γλώσσα:

Χρησιμοποιεί και καθαρεύουσα και δημοτική.
Ακολουθεί πιστά τους κανόνες της έμμετρης ποίησης
Επιχειρεί μετρικές παραβάσεις στην προσπάθεια τιυ υπονόμευσης του παραδοσιακού στίχου.
Ανομοιογενές γλωσσικό υλικό με παράλληλη χρήση ή ανάμιξη τύπων καθαρεύουσας και δημοτικής
Ακολουθεί τους κανόνες της έμμετρης ποίησης (ιαμβικός ρυθμός, στροφικά συστήματα, ομοιοκαταληξία κ.α.)

Θεματική:

Αντιθετικά Ζεύγη

δυστυχισμένο παρόν – ευτυχισμένο παρελθόν.
κυνήγημα του ιδανικού κι έπειτα η αποτυχία,
ο πόθος κι έπειτα η απάτη,
η πλάνη κι έπειτα η απογοήτευση
η διάσταση ανάμεσα στις επιθυμίες και τις ψυχικές διαθέσεις του ατόμου και την περιβάλλουσα αντικειμενική πραγματικότητα.  Η διάσταση αυτή φτάνει ως την ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΡΗΞΗ- η αντίθεση μετατίθεται από τη σχέση υποκειμενικού-αντικειμενικού στη σχέση φαινομένου-ουσίας
η παραδοχή του Κοσμικού τίποτε, του απόλυτου μηδενός, που συνδέεται με τη συνείδηση της τραγικότητας του κόσμου και τη συνακόλουθη οριστική επιλογή του θανάτου έναντι της ζωής

Όλα τα αντιθετικά ζεύγη στην ποίηση του Καρυωτάκη , δηλώνουν πως η σύγχρονη ζωή είναι ρηχή, άρα απατηλή και νόθα, ενώ η ζωή του παρελθόντος είναι ουσιώδης.

«Ποιητική»:


Επηρεάζεται από Γαλλικό συμβολισμό- η δυσφορία και αρνητική διάθεση του ποιητή δεν δηλώνονται ρητά, αλλά υποβάλλονται μέσα από τα θλιβερά και πένθιμα τοπία και πράγματα

Χρησιμοποιεί τον υπερβατικό συμβολισμό (αφηρημένες εικόνες, μουσική υποβολή του λόγου, με σκοπό να δημιουργηθεί μια ιδεατή πραγματικότητα).

Βρίσκεται σε ρήξη με την πραγματικότητα και αυτό τον κάνει ρεαλιστή.

Δεν είναι ρομαντικός, γιατί είτε ως ποιητής είτε μέσω των ηρώων του έργου του δεν καταφέρνει να αναδείξει τα ιδεώδη του ρομαντισμού.

Στην ποίηση του συνυπάρχουν στοιχεία παραδοσιακής αντίληψης με στοιχεία μοντέρνας ποίησης αντίληψης (χαμηλόφωνος, υποβλητικός, εξομολογητικός, μελαγχολικός λυρισμός συνυπάρχουν με οξυμένη κραυγή της απελπισίας και με ρεαλιστική, ειρωνική και (αυτο)σαρ καστική κοινωνική καταγγελία


Καρυωτακισμός:

α) Η πεισιθάνατη αντιμετώπιση της ζωής.
β) Η Μυθοποίηση του Καρυωτάκη από τους νεότερους ποιητές και κριτικούς.


Κείμενα για τον Καρυωτάκη

ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΛΕΟΝΤΑΡΗ
 




Ι. Υπάρχουν ποιητές τελεσίδικα γνωστοί, υπάρχουν και ποιητές που τους ανακαλύπτομε αδιάκοπα. O Καρυωτάκης είναι o ποιητής που απωθούμε.
ΙΙ. Ο Καρυωτάκης δεν ορίζεται σαν προσωπικότητα. Ορίζεται μόνο σαν πραγματικότητα. Είναι καιρός να απορρίψομε όλες τις εκδοχές που έκαναν το ύποπτο λάθος να τον προσεγγίζουν μόνο ή κυρίως σαν προσωπικότητα-περίπτωση.
Ο Καρυωτάκης σαν μορφή είναι άγνωστος.
Άγνωστος από όσα έγραψαν οι βιογράφοι του. - Είναι τρομακτικά ασήμαντα όλα όσα μας παραδόθηκαν για τη ζωή του, τις συνήθειές του, τα βάσανά του. Αν πάρομε στα σοβαρά τους βιογράφους του, θα πρέπει να συμπεράνομε ότι υπήρξε ένας εντελώς ασήμαντος άνθρωπος και (βέβαια...) πολύ κατώτερος από τους βιογράφους του, που με ανοίκειο ναρκισσισμό δεν κάνουν στην ουσία τίποτε άλλο από το να αντιπαραθέτουν και να προβάλλουν με κάθε ευκαιρία τη δική τους προσωπικότητα.
Άγνωστος από όσα ο ίδιος αυθεντικά έχει πει για τον εαυτό του. - Ο Καρυωτάκης δεν είχε φίλους, δεν ανήκε σε λογοτεχνικές συντροφιές, δεν είχε καν ανθρώπινους δεσμούς. Ήταν και έμεινε τέλεια οχυρωμένος πίσω από μιαν αδιαπέραστη ασπίδα συμπεριφοράς και λόγων καθημερινότητας.
Άγνωστος από τις φωτογραφίες του. - Όσο τις κοιτάζομε, τόσο περισσότερο η μορφή αυτή εσωστρέφεται, αρνείται να μας δει, αρνείται να την δούμε, αρνείται ν' αφήσει το αποτύπωμά της στον κόσμο και τον χρόνο.
Και θα μείνει άγνωστος. - Ας το πάρουν απόφαση πια βιογράφοι, ιστορικοί της λογοτεχνίας, επετειογράφοι, σαβανωτές και σαβανώτριες. Κι αν ακόμη συμπληρωθούν τα «αποσιωπητικά» των επιστολών του, κι αν δημοσιευτούν κι άλλα ανέκδοτα κείμενα, κι αν βρεθούν δελτία νοσηλείας του κι όσα άλλα στοιχεία του «φακέλλου» του, δεν πρόκειται να μάθομε τίποτε παραπάνω από όσα «ξέρομε».
Ο Καρυωτάκης είναι μια αντιπροσωπικότητα.
ΙΙΙ. Η ποίηση πραγματοποιεί τους σταθμούς της όταν αντικρίζει τις αυταπάτες της ή όταν συναντά το αδιέξοδό της. Οι σταθμοί αυτοί εκδηλώνονται πάντοτε αρνητικά, με την ασφυξία και ανακοπή του ποιητικού λόγου ή με την αυτοκαταστροφή του, ενώ παράλληλα η τρέχουσα ποίηση εξακολουθεί να ανθεί με αυτάρεσκους ακισμούς.
Η νεοελληνική ποίηση δεν είχε εδεμική περίοδο. Με τον Σολωμό ευθύς εξ αρχής αντίκρισε τις αυταπάτες της - γιατί το νόημα της ελευθερίας και η νεώτερη ελληνική ιστορική πραγματικότητα δεν συμπορεύονταν καθόλου και γιατί, βέβαια, «Μεσολόγγι» δεν υπήρξε ποτέ. Η λειτουργική και εκφραστική αμηχανία της σολωμικής ποίησης απ' αυτή τη σκοπιά μπορεί να φωτιστεί. Ο Σολωμός υπήρξε το προπατορικό αμάρτημα της νεοελληνικής ποίησης.
Στον Καρυωτάκη δεν υπάρχουν πια αυταπάτες∙ αντίθετα είναι εκπληκτικά αισθητή η απουσία κάθε θεότητας και μυθολογίας. Με τον Καρυωτάκη η νεοελληνική ποίηση για πρώτη φορά συναντά το αδιέξοδό της. Ποτέ άλλοτε η ποίηση δεν συζήτησε τόσο πολύ τον εαυτό της. Όταν ο Τέλλος Άγρας έγραφε για τον Καρυωτάκη: «...κι έξαφνα, στα 1927, με την τρίτη και τελευταία του ποιητική συλλογή 'Ελεγεία και Σάτιρες', μας εξεπέρασεν όλους αμέσως κι εξακολουθητικά...», μας έδινε ένα δείγμα και παράδειγμα της αγγελικής κριτικής εντιμότητάς του, δεν υποπτευόταν όμως ούτε ο ίδιος ότι έθετε την μόνη σωστή βάση για την μελέτη του καρυωτακικού έργου. Γιατί αυτό το «ξεπέρασμα», το άξαφνο, το άμεσο και, προπαντός, το εξακολουθητικό, δεν είναι παρά το φτάσιμο του ποιητή «στο χείλος του κόσμου, δώθε από τ' όνειρο και κείθε από τη γη...», «στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου...».
Η ελληνική ποίηση δεν ήταν συνηθισμένη σε παρόμοιες περιπέτειες. Μέχρι το 1919 ακόμη, ο Καρυωτάκης έγραφε «κανονικά», «φυσιολογικά» ποιήματα, ικανά μάλιστα να κερδίζουν τα ποιητικά βραβεία της εποχής. Μεσολαβεί πολύ μικρό χρονικό διάστημα μέχρι το αντίκρισμα του αδιεξόδου, διάστημα που φαίνεται ακόμη μικρότερο αν σκεφτούμε πως οι ποιητές της εποχής κατά κανόνα περνούσαν το κατώφλι της ποίησης με ποιήματα ελεγειακής φιλολογίας ή ερωτικής επιστολογραφίας... Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η εξαντλητική επιμονή του Καρυωτάκη σε όλες τις πτυχές του αδιεξόδου, τόσο στην αποκάλυψη του κοινωνικού «είναι» της ποίησης, όσο και στην αβάσταχτη αίσθηση της ουσίας της ποιητικής λειτουργίας, που ορίζεται με την πιο σύντομη και πιο περιεκτική ποιητική ερώτηση: «τι να 'χουμε, τι να 'χω...». Η ποίηση, και μαζί όλη η προβληματική της, δεν είναι παρά αυτό το ερώτημα.
IV. Κατά ένα μεγάλο μέρος της (με άξονα τα ποιήματα «Όλοι μαζί...», «Μικρή ασυμφωνία σε α μείζον», «Σταδιοδρομία») η ποίηση του Καρυωτάκη αποτελεί την έκφραση και την κριτική του κοινωνικού είναι της νεώτερης ελληνικής ποίησης. Κανένας άλλος ποιητής δεν ένιωσε τόσο βαθιά και τόσο άμεσα την τραγική αδυναμία και ευτέλεια του ποιητή σαν κοινωνικής ύπαρξης, και σε κανένα άλλο ποιητικό έργο δεν αναιρούνται τόσο ριζικά και καίρια οι ιδεολογικές κατασκευές για την «κοινωνική σημασία» της ποίησης και τον «κοινωνικό ρόλο» του ποιητή. Οι αντιλήψεις για την «μοναδικότητα της ποιητικής προσωπικότητας», για την μεσσιανική «αποστολή» του ποιητή κλπ., σαρώνονται με άτεγκτους, βάναυσους, όσο και οξείς αφορισμούς, που μαρτυρούν πως ο Καρυωτάκης θα πρέπει πολύ να διανοήθηκε πάνω στους κοινωνικούς όρους ύπαρξης της ποίησης, και πως βρήκε πολύ ανεπαρκείς και τις κοινωνιστικές θεωρίες «του περιβάλλοντος κλπ.», αφού τοποθετεί μέσα σε εισαγωγικά τις λέξεις «περιβάλλον» και «εποχή». Έτσι ο Καρυωτάκης γίνεται ο πρώτος βλάσφημος στην ελληνική ποίηση και ο πρώτος βλάσφημος κριτικός της.
V. Περπατώντας κατά μήκος του χείλους του γκρεμού, η ποίηση μπορεί να διαιωνίζεται γράφοντας και ανακαλώντας επ' άπειρον τη διαθήκη της. Όταν όμως ο ποιητής αντικρύσει κατά μέτωπο τον γκρεμό, η ποίηση φτάνει στην οριακή της στιγμή. Παύει πια να είναι σωτηρία, κάθαρση, παρηγοριά, ξόρκι. Γίνεται βασανιστική αγωνία, αίσθηση καταλυτική, ασυμβίβαστη προς οποιαδήποτε ψυχική δομή, γίνεται το τέλος της. Γιατί η ποίηση είναι το αδιέξοδό της, είναι ψυχική πραγματικότητα που δεν επιδέχεται οργάνωση («...είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε...») και υπερβαίνει συγχρόνως κάθε ανθρώπινη δυνατότητα και αντοχή («...είμαστε κάτι απίστευτες αντένες... μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες...»). Γιατί ο άνθρωπος είναι για να ζει και η ποίηση για να πεθαίνει.
Ο Καρυωτάκης στην πορεία του αντίκρυσε σύντομα και κατά μέτωπο το βάραθρο, έχοντας χάσει ήδη στο δρόμο του («στο μεσοστράτι της ζωής του» κι αυτός...) κάθε άμυνα πίστης και αυταπάτης. («Πριν φτάσουμε στη μέση αυτού του δρόμου, εχάσαμε τη χρυσή πανοπλία...»). Οριακός ποιητής με ποιήματα αμετάκλητα - δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας.
VI. Η τελευταία απόπειρα της ευρωπαϊκής ποίησης για την επαφή της με τον Θεό ή τον Δαίμονα είναι ο ρομαντικός ήρωας, διάμεσο της εκπεσμένης του προσωπικότητας με το υπερβατικό. Οι ρομαντικοί ήρωες τελειώνονται και πεθαίνουν συνήθως σε κορυφές βουνών, και στον ρομαντικό ποιητή δε μένει παρά να κατεβεί την πλαγιά επιστρέφοντας με ασήκωτες άγραφες πλάκες. Οι μεταρομαντικοί διαχέουν τη μορφή του ήρωα στο παρελθόν ή τον ταξιδεύουν στον εξωτισμό. Με τον Καρυωτάκη ο ποιητής ρίχνεται στο βάραθρο κρατώντας «σκήπτρο και λύρα» - Οιδίποδας που τελειώνει την περιπέτειά του κατάμονος χωρίς συνοδείες, βασιλιάς και μαζί θύμα της μοίρας του.
Στην ελληνική ποίηση δεν ευδοκίμησαν ποιητικοί ήρωες ούτε συνθετικά ποιήματα. Ούτε ο Διγενής ούτε ο Γύφτος ούτε η Υπέρμαχος κατάφεραν να συντηρήσουν μυθολογίες στην νεοελληνική ποίηση. Της χάρισαν βέβαια ένα κοπάδι «εθνικούς ποιητές», με θλιβερά επακόλουθα - έτσι που ουσιαστικά το «Άξιον εστί» να μη απέχει και πολύ από την «Φλογέρα του Βασιλιά». Ο Καρυωτάκης ήρθε να ανακόψει και να ανατρέψει την ανάπτυξη ενός παρατεταμένου μεταρομαντισμού.
Με την επίκληση που έκανε ο Σεφέρης μπροστά στους τάφρους με το αίμα της ανθρωποθυσίας δύο παγκόσμιων (και όχι εθνικών...) πολέμων, ανακάλεσε στην ποίησή μας μορφές αληθινά μυθικές, πρόσωπα αχνά, χωρίς περίγραμμα, στην αυθεντική προ-τραγική εκδοχή τους (γιατί η τραγωδία έδωσε περιγράμματα στους μύθους - και, φυσικά, τους κατάργησε...), υπενθυμίζοντας ξανά το αδιέξοδο. Κάθε προσπάθεια να πήξουν τα μυθικά πρόσωπα στην ποίηση είναι -ευτυχώς- καταδικασμένη σε άγονο μανιερισμό, όπως άλλωστε είναι ακατανόητη ματαιότητα η επιμονή του Ρίτσου που δέχεται την τραγική εκδοχή των μυθικών προσώπων αλλάζοντας τους περιγράμματα.
VII. Κοινωνικός ποιητής ο Καρυωτάκης και συγχρόνως ποιητής της εσωτερικής προσωπικής περιπέτειας, ένωσε τις άκρες των δύο τάσεων, προκαλώντας την τρομερή ηλεκτρική κένωση στο σώμα της λογοτεχνίας μας. Υπήρξε ψυχρός ποιητής, χωρίς αναπτύξεις στην έκφραση, χωρίς μηρυκασμούς στην έμπνευση, συντάκτης του ισολογισμού: ουσία της ποίησης - κοινωνικοί όροι ύπαρξής της. Νομιμοποίησε συγχρόνως και το μόνο δυνατό γλωσσικό ιδίωμα στην νεοελληνική ποίηση, απορρίπτοντας όλον τον τεχνητό γλωσσικό εφιάλτη της εποχής. Ποιητές-ανακαινιστές της γλώσσας μπορούν να υπάρξουν μόνο σε έθνη που δεν έχουν απομακρυνθεί ακόμη πολύ από το βαρβαρικό (με την σωστή σημασία της λέξης) παρελθόν τους, σε έθνη δηλ. που η γλώσσα τους βρίσκεται σε ακμή και ανάπτυξη. Τα έθνη με πανάρχαιες, ερειπωμένες πια γλώσσες, έχουν χάσει το παιχνίδι στον τομέα αυτόν. Δεν υπάρχει άλλο γλωσσικό ιδίωμα για την ελληνική ποίηση, παρά η γλώσσα του πρόσφυγα, του μετανάστη, του εξόριστου, της διασποράς, η γλώσσα του έλληνα σε συνεχή κατάσταση ανάγκης. Από δω και η καταγωγή της ποπ-καθαρεύουσας των υπερρεαλιστών, άσχετα αν σήμερα κατάντησε να γίνει η γλώσσα της ανεκδοτολογικής ποίησης.
VIII. Όλες οι λογοτεχνίες εκδικούνται τα βλάσφημα παιδιά τους, κάθε μια με τον τρόπο της. Η νεοελληνική λογοτεχνία, καθόλου εύρωστη, αναιμική και κομφορμιστική, επιβιώνουσα ακόμα μέχρι σήμερα κάτω από τους ίδιους ακριβώς κοινωνικούς όρους ύπαρξης που διέγραψε ο Καρυωτάκης (επαιτεία της αναγνώρισης, έπαθλα και βραβεία, βιομηχανοποιημένες μεταφράσεις, εκδόσεις «απάντων» προθανάτιες και μεταθανάτιες, ανθολογίες κλπ.) δεν φαίνεται ικανή για μια σοβαρή εκδίκηση στην πρόκληση του Καρυωτάκη. Με όλους τους μηχανισμούς της, δεν κατορθώνει να τον εντάξει (δηλ. να τον αφανίσει) θετικά ή αρνητικά στο σύστημα των αξιών της. Του έδωσαν θέση στις ανθολογίες - μα οι σελίδες του μοιάζουν να θέλουν να ξεκολλήσουν και να φύγουν. Του κάνουν διαλέξεις - όπου τελικά δεν λέγεται τίποτε γι’ αυτόν. Θέλουν ακόμη να του στήσουν και προτομή - μα το μάρμαρο ασφαλώς θα ραγίσει... Ή. Δημιουργούν το πλάσμα του «καρυωτακισμού» για να τον σαβανώσουν μέσα σ' αυτό - αλλά «καρυωτακισμός» δεν υπήρξε ποτέ, είναι το πιο ανύπαρκτο μυθολογικό τέρας της νεοελληνικής ποίησης. Επιχειρούν αισθητικές και φιλοσοφικές τοποθετήσεις του χωρίς αισθητική και χωρίς φιλοσοφία - όμως τα πιο έγκυρα κριτικά κείμενα που γράφτηκαν ποτέ για έλληνα ποιητή, δηλ. τα κείμενα Παράσχου, Άγρα, Μαλάνου, δεν σβήνουν. Και τώρα τελευταία τον πετούν στην κατανάλωση, συνδέοντάς τον με τις ασημαντότητες της νεοαντιστασιακής κομφορμιστικής «αμφισβήτησης» - μα η δίψα του κόσμου για τις πηγές γίνεται όλο και εντονότερη. Δεν μένει παρά ο μηχανισμός της απώθησης, γιατί η ωραία μας ποίηση πρέπει να ζήσει και να προκόψει. Και δεν αντέχει αυτόχειρες και βλάσφημους. Είναι βέβαια και η απώθηση μια μορφή ένταξης. Όμως κάθε φορά που η ελληνική ποίηση απελπίζεται, δηλ. κάθε φορά που γίνεται ποίηση, ο Καρυωτάκης είναι εξακολουθητικά παρών.


Ένας πρόδρομος του Καρυωτάκη


Νάσου Βαγενά




Στην προηγούμενη επιφυλλίδα μου μίλησα για τη σχέση του σονέτου «Λυκαβηττός» (1922) του Καρυωτάκη με το ομώνυμο σονέτο (1921) του άγνωστου σήμερα συγγραφέα της εποχής του μεσοπολέμου A. Αργη (Αργύρη Κόρακα, 1888-1940). Έλεγα ότι ο Καρυωτάκης δεν θα είχε γράψει το «Λυκαβηττός» αν δεν είχε διαβάσει το σονέτο του Αργή, η επίδραση του οποίου στο σονέτο του είναι αδιαμφισβήτητη. Λυπάμαι που χρησιμοποιώ τον εκτός μόδας, θεωρούμενο πεπαλαιωμένο σήμερα, όρο επίδραση, αλλά από τη στιγμή που η λογοτεχνική επίδραση (για όσους γνωρίζουν τα λογοτεχνικά πράγματα όχι μόνο μέσα από τη σημερινή θεωρητικολογία) δεν έχει ακόμη πάψει να υπάρχει, δεν βρίσκω καταλληλότερη λέξη για να περιγράψω τη σχέση του σονέτου του Καρυωτάκη με εκείνο του Αργη (ο όρος διακειμενικότητα και τα παράγωγά του, χρήσιμα για μια γενική και αδιαφοροποίητη δήλωση κειμενικών σχέσεων, είναι ανεπαρκή για να προσδιορίσουν επακριβώς την έννοια της επίδρασης ενός λογοτεχνικού κειμένου σε ένα άλλο).
Ότι ο «Λυκαβηττός» του Αργη κινητοποίησε την ποιητική ευαισθησία του Καρυωτάκη φαίνεται και από την παρουσία, ή ανάπλαση, φράσεων ή εικόνων του και σε τρία άλλα ποιήματα του Καρυωτάκη. Αναφέρομαι στην ομοιότητα των στίχων του Αργη: «γέρνοντας το μάτι / σ' οράματα ξεχνιέσαι φευγαλέα» με τους καρυωτακικούς: «με βλέφαρα κλειστά / το φευγαλέο της όραμα κρατά» (Νηπενθή, Αύγουστος 1921)· στην εμφάνιση της φράσης «αναλυτό χρυσάφι η θάλασσα» («Λυκαβηττός») στον καρυωτακικό στίχο: «Το πέλαγο χρυσάφι αναλυτό» (Νηπενθή)· και στη συνάφεια της εικόνας του Αργη: «ωσάν πολίτης χώρας αυτονόμου / ανάμεσα στο γήινο μεγαλείο / και του συννέφου τού ουρανοδρόμου» με την εικόνα του Καρυωτάκη: «Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος / του κόσμου, δώθε απ' τ' όνειρο και κείθε από τη γη» (Ελεγεία και σάτιρες, 1927).
Οι σχέσεις του Καρυωτάκη με τον Αργη δεν περιορίζονται μόνο στη συνομιλία των τεσσάρων ποιημάτων του με το «Λυκαβηττός». Όχι λίγα από τα ποιήματα της πρώτης συλλογής του Αργη (Νύχτες, Φεβρουάριος 1921), που περιλαμβάνει τον «Λυκαβηττό» και που, όπως δείχνει ο αριθμός των ποιημάτων της, συγκεντρώνει την ποιητική παραγωγή του της δεκαετίας του 1910 (ο Αργης πρωτοεμφανίζεται το 1913 με μια νουβέλα), χαρακτηρίζονται από εκείνα τα στοιχεία - αδιαμόρφωτα ακόμη στην πρώτη συλλογή του Καρυωτάκη (1919) - που θα ονομαστούν καρυωτακικά: Το κλίμα της απαισιοδοξίας και της ματαιότητας που δημιουργεί το αίσθημα της αναπότρεπτης φθοράς και του θανάτου, και η επιθυμία μιας έστω στιγμιαίας λύτρωσης με την αναζήτηση μιας υπεργήινης αρμονίας - στοιχεία, που ως ένα βαθμό, συναντάμε, βέβαια, και σε άλλους ποιητές της εποχής, εκφράζονται στα ποιήματα αυτά του Αργη με τρόπους και εικόνες που θα κωδικοποιήσει, ιδιοτύπως και απαραγνώριστα, ο Καρυωτάκης με τα Νηπενθή και τα Ελεγεία και σάτιρες.
Υπάρχουν, π.χ., στις Νύχτες αναφορές στο «μεγάλο τίποτα» («De profundis»): πρβλ. το «απόλυτο Μηδέν» του Καρυωτάκη (Ελεγεία και σάτιρες)· στο «άπειρο» («Ξεμολόγημα»): πρβλ. τις αναφορές στο «άπειρο» του Καρυωτάκη (Ελεγ. και σάτ.)· στο «φθινόπωρο θανάτου» («Ανοιξη»): Καρυωτάκης: «φθινόπωρο είσαι ο κύριος του θανάτου» (Ελεγ. και σάτ.)· σε «λόγια του ανέμου, φούμαρα» («De profundis»): Καρυωτάκης: «στίχοι, βιβλία με φούμαρα» (Ελεγ. και σάτ.)· στα μάταια - γιατί «τσακίζονται στα βάραθρα» - «φτερά της ψυχής [που] ζητούν μύρα ανέγγιχτα και πάναγνα λουλούδια» («Ξεμολόγημα»): Καρυωτάκης: «Μάταιη ψυχή, ενώ θα κλείνεις τα χρυσά φτερά σου πληγωμένη, [...] όταν ανέβει από τα εξαίσια τ' άνθη της ζωής μύρον η απογοήτευση» (Νηπενθή)· στο ανθρώπινο σώμα ως «βιολί με σπασμένες χορδές», όπου «κάθε ήχος έσβησε» και όπου κανείς μπορεί «να ξυπνήσει τις πεθαμένες άριες» («Το βιολί»): πρβλ. Καρυωτάκη: «Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες», με «χορδές που κρέμονται σαν καδένες», όπου «ο άνεμος ήχους παράφωνους ξυπνάει» (Ελεγ. και σάτ.). Υπάρχουν, ακόμη, μετρικές διαταράξεις (παρατονισμοί, καταστρατήγηση της τομής του δεκαπεντασύλλαβου, απροσδόκητοι διασκελισμοί) όπως εκείνες που καθορίζουν τη μετρική ταυτότητα του Καρυωτάκη.
Ο Κώστας Στεργιόπουλος (Οι επιδράσεις στο έργο του Καρυωτάκη) έδειξε ότι οι διακειμενικές σχέσεις του Καρυωτάκη με τους Ελληνες ποιητές της εποχής του περιλάμβαναν και όχι σημαντικούς ποιητές. Σ' αυτούς θα πρέπει να προστεθεί και ο Αργης, που η απήχησή του στον καιρό του ήταν μηδενική, με την εξαίρεση του Καρυωτάκη, η σχέση του οποίου με τις Νύχτες μπορεί να χαρακτηριστεί επιδρασική.
Ο Αργης δημοσίευσε τέσσερις ακόμη ποιητικές συλλογές (1924, 1932, και δύο το 1938), με τις οποίες απομακρύνεται από το «καρυωτακικό» κλίμα με ταχύτητα ανάλογη με την ανάπτυξη του καρυωτακισμού (θα έλεγε κανείς ότι, πλέον, το αποστρέφεται συνειδητά). Δημοσίευσε επίσης εννιά ακόμη πεζογραφικά βιβλία (διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, αναμνήσεις), δύο μεταφράσεις και δύο ανθολογίες. Κανένα από τα βιβλία αυτά δεν θα μπορούσε να τον γλυτώσει από τη λησμονιά (ελάχιστες είναι οι ανθολογίες που περιλαμβάνουν κάποιο ποίημά του).
Οι Νύχτες συνέβαλαν στη δημιουργία του ποιητή Καρυωτάκη. Ωστόσο αν ο Καρυωτάκης δεν γινόταν ο σπουδαίος ποιητής που γνωρίζουμε, το όνομα του Αργη δεν θα ήταν σήμερα αξιομνημόνευτο. Με άλλα λόγια, ο Αργης οφείλει σήμερα την ύπαρξή του στον Καρυωτάκη. Οπως θα έλεγε ο Μπόρχες, «ο κάθε συγγραφέας δημιουργεί τους προδρόμους του».
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.


H γενιά του ''30 εναντίον του Καρυωτάκη


Νάσου Βαγενά




Υστερόγραφο στη σειρά των άρθρων μου για τον Καρυωτάκη. Το θέμα του: ο αντικαρυωτακικός μύθος της γενιάς του '30 (τον οποίο απλώς ανέφερα χωρίς να τον τεκμηριώσω)· η κυρίαρχη δηλαδή σήμερα κριτική βεβαιότητα ότι η γενιά του '30 υπήρξε εχθρική προς την ποίηση του Καρυωτάκη. Παρότι η βεβαιότητα αυτή έχει ήδη ελεγχθεί από την Τίνα Λεντάρη (Δεκαπενθήμερος Πολίτης, 5.5.1997), επανέρχομαι, με πρόσθετα επιχειρήματα, γιατί ο έλεγχός της πέρασε ουσιαστικά απαρατήρητος.
Έλεγα ότι ο μύθος αυτός είναι στην πραγματικότητα παράγωγο της ψυχολογικής ανάγκης για ανακούφιση όσων αισθάνονται βαρειά τη σκιά του Σεφέρη· εξήγηση την οποία συνάγει κανείς από την ένταση με την οποία εκφράζεται η εν λόγω βεβαιότητα. Παραθέτω δειγματοληπτικά μερικές διατυπώσεις της: «Οι μείζονες ποιητές μας [της γενιάς του '30] ένιωσαν την ανάγκη να αντιδικήσουν, με την ποίηση και τα δοκίμιά τους, με το οχληρό φάντασμα της Πρέβεζας» (1996)· «τον ρόλο του αναχώματος που απέτρεπε την προσέγγιση της ποίησης του Καρυωτάκη ανέλαβε το κατασκεύασμα της "νεωτερικότητας"» (1997)· «η γενιά του '30 φρόντισε για την εκτόπιση του Καρυωτάκη» (1999)· «η γενιά των Σεφέρη - Θεοτοκά στάθηκε ο νεκροθάφτης του Καρυωτάκη» (2001).
Τις περισσότερες φορές οι διαπιστώσεις αυτές διατυπώνονται ως αυταπόδεικτες. Αλλά, και όταν συνοδεύονται από αποδεικτικά στοιχεία, ο υποψιασμένος αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι επαρκή. Διότι τα στοιχεία αυτά είναι, κυρίως, οι δύο κριτικές του 1938 των K. Θ. Δημαρά και Γ. Θεοτοκά και το άρθρο του A. Καραντώνη «H επίδραση του Καρυωτάκη στους νέους» (1935). Στο οποίο, όμως, εκείνο που επικρίνεται δεν είναι ο Καρυωτάκης αλλά ο άγονος καρυωτακισμός των μιμητών του, ενώ ο Καραντώνης εκθειάζει τον Καρυωτάκη ως «γνήσιο και ουσιαστικό ποιητή», που «η ποίησή του είναι ανάβρυσμα πολύτιμης ουσίας». Αλλά και σε αρκετά άλλα κείμενά του ο Καραντώνης τού πλέκει το εγκώμιο: «Ο K. ποιητής σπάνιος για τα χρόνια μας» (1931)· «ο K. δημιουργεί μια στάθμη γούστου, που πρέπει να είναι ο γνώμονας της κριτικής εκτίμησης των ποιητικών έργων» (1936)· «ο K. είχε αρθρώσει το αντιπροσωπευτικό ποίημα, που οι άλλοι τόσα χρόνια μισοσυλλάβιζαν» (1958) κ.ο.κ.
Απομένουν λοιπόν ως επικριτές του Καρυωτάκη ο Δημαράς και ο Θεοτοκάς. Αλλά ο Δημαράς, όπως ήδη δείξαμε («Το Βήμα», 30.4.2004), βιολογικά μόνο ανήκει στη γενιά του '30. Ως προς τις αισθητικές κατευθύνσεις (που είναι ο καθοριστικός παράγοντας για τον προσδιορισμό μιας λογοτεχνικής γενιάς) ανήκει στην προηγούμενη γενιά - και αποτελεί πραγματικό λάθος η συναρίθμησή του στη γενιά του '30. Ομως ακόμη και αν δεχτούμε ότι ανήκει στη γενιά του '30, η εκτίμησή μας για τις απόψεις του περί Καρυωτάκη θα έπρεπε να λογαριάσει και την έτερη, θετική τοποθέτησή του, την περιεχόμενη στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (1949), όπου ο Καρυωτάκης χαρακτηρίζεται «κορυφαίος ποιητής» της γενιάς του, «μέσα στους στίχους του οποίου μιλούν οι καιροί του»· τοποθέτηση ωριμότερη (ως μεταγενέστερη) και (καθώς επαναλαμβάνεται αναλλοίωτη στις οκτώ, έως σήμερα, επανεκδόσεις της Ιστορίας του) αντιπροσωπευτικότερη των απόψεων του Δημαρά για τον Καρυωτάκη από εκείνη του 1938.
Αρκεί άραγε η αρνητική κριτική του Θεοτοκά (και μια επικριτική παρατήρηση - 1938 - του Δ. Νικολαρεΐζη· που, ωστόσο, σε άλλο του κείμενο, του ίδιου χρόνου, επαινεί τον Καρυωτάκη και σημειώνει ότι η γενιά του '30 «πήρε περισσότερα μαθήματα από τον Καρυωτάκη και τον Καβάφη») για να μπορούμε να πούμε ότι η γενιά του '30 υπήρξε εχθρική προς τον Καρυωτάκη; Ασφαλώς όχι. Για να στοιχειοθετηθεί κάτι τέτοιο θα έπρεπε ο σημαντικότερος κριτικός της γενιάς (ο Καραντώνης) και οι κορυφαίοι ποιητές της να έδειχναν αντικαρυωτακικά αισθήματα. Ομως το αντίθετο συμβαίνει.
Στον Σεφέρη υπάρχουν έξι αναφορές (άμεσες ή έμμεσες) στη σημασία του έργου του Καρυωτάκη, που όλες εκφράζουν (ή προϋποθέτουν) θαυμασμό. Αρκεί να αναφέρουμε τη συναναφορά του Καρυωτάκη με τον Ελιοτ (1936) και τους Μπωντλαίρ και Μαγιακόφσκι (1946) και τον χαρακτηρισμό του ως «ποιητή με εξαιρετική ευαισθησία» και με «έργο που λογαριάζει ωσάν σταθμός στη λογοτεχνία μας» (1941). Ο Ελύτης, παρότι αισθάνεται τον κόσμο του Καρυωτάκη διαφορετικού είδους από τον δικό του, αναγνωρίζει ότι ο Καρυωτάκης είναι «ένας καλός ποιητής στο είδος του» (1944), ότι η ποίησή του «ήταν, χωρίς αμφιβολία, μια καινούργια γλώσσα» (1974) - και στην ανθολογία των αγαπημένων στίχων (1992), ανάμεσα σε στίχους μεγάλων ή εκτιμώμενων από αυτόν ποιητών περιλαμβάνει και στίχους του. Ο Ρίτσος θεωρεί τον Καρυωτάκη σπουδαίο ποιητή, που «θα ζει για πάντα» (1938). Ο Εγγονόπουλος τον συγκαταλέγει στους δασκάλους του (1976). Ο Εμπειρίκος τον δοξολογεί χαρακτηρίζοντάς τον «μεγάλο ποιητή» (1964). Και οι πέντε στην ποίησή τους έχουν συνομιλήσει με στίχους του.
Το πλήθος των στοιχείων που έχει απωθήσει η κριτική στην επιθυμία της να οικοδομήσει την αντικαρυωτατική εικόνα της γενιάς του '30 και η ανάγνωση της επίκρισης του καρυωτακισμού ως επίκρισης κατά του Καρυωτάκη αξίζουν να γίνουν αντικείμενο ψυχοκριτικής ανάλυσης. Διότι όσο η εικόνα αυτή επικρατεί, ο λόγος περί Καρυωτάκη και ο λόγος ο σχετιζόμενος με αυτόν θα εξακολουθούν να παράγουν κριτικά εκτρώματα.
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Ο Καρυωτάκης και η Αριστερά

Του Γιάννη Παπακώστα

 
Στη φιλολογική σελίδα της εφημερίδας Ο Ριζοσπάστης των μέσων της δεκαετίας του '40, κάτω από τον γενικό τίτλο «Νεοελληνική ποίηση», δημοσιεύονταν και ποιήματα έγκυρων νεοελλήνων ποιητών, σύγχρονων ή παλαιότερων. Ενας από τους ποιητές αυτούς ήταν και ο Κ. Γ. Καρυωτάκης. Η καταχώρηση ποιήματος του Καρυωτάκη στις στήλες ενός κομματικού οργάνου (17 Ιουλίου 1947) προκαλεί έκπληξη. Εκπληξη που οφείλεται στο γεγονός ότι, ενώ κατά την προηγούμενη δεκαετία, λόγω του απαισιόδοξου χαρακτήρα της ποίησής του και της αυτοχειρίας του, από τους ίδιους χώρους (Πρωτοπόροι, Νέοι Πρωτοπόροι), ο ποιητής είχε τύχει δυσμενέστατης κριτικής, τώρα τα πράγματα αλλάζουν. Και η αλλαγή δεν οφείλεται σ' αυτό το μεμονωμένο περιστατικό όσο στο γεγονός ότι ανάμεσα στους τακτικούς συνεργάτες του φύλλου συγκαταλέγονται και συγγραφείς που στη ζωή τους κράτησαν θετική στάση απέναντι στον Καρυωτάκη. Στους συγγραφείς αυτούς προφανώς οφείλεται και η καταχώρηση ποιητικού του αποσπάσματος. Πρόκειται για τον Κώστα Βάρναλη και τον Γιώργο Κοτζιούλα, τη στάση των οποίων προς τον ποιητή θα διερευνήσουμε με κάθε συντομία.
Ο Βάρναλης κατά τα προηγούμενα χρόνια, όντας τακτικός συνεργάτης της Πρωίας, είχε αναφερθεί επανειλημμένως στον ποιητή, για το έργο του οποίου, παρά τις όποιες επιφυλάξεις του, κράτησε θετική στάση. Τον θεωρεί προικισμένο ποιητή και το έργο χαρακτηρίζεται για ειλικρίνεια, κριτική ευαισθησία και ρεαλισμό. Θεωρεί επίσης ότι η αυτοκτονία του στάθηκε «μια αναντίρρητη βεβαίωση της αλήθειας του έργου του», για τούτο και βρήκε μεγάλη απήχηση στην εποχή του. Η εκτίμηση του Βάρναλη προς τον Καρυωτάκη επισφραγίστηκε το 1973 με το δίστιχο:
Ζηλεύω σου το θάρρος Καρυωτάκη,
να σμπαραλιάσεις την τρανή καρδιά,
κλείνοντας έτσι τρεις δεκαετίες και πλέον δημόσιας αναφοράς του στον ποιητή.
Ο Κοτζιούλας εξάλλου, το 1948, είκοσι χρόνια από την αυτοκτονία του Καρυωτάκη, δημοσιεύει στο περιοδικό Ποιητική Τέχνη ένα τολμηρό όσο και αποκαλυπτικό άρθρο με τον τίτλο «Μια επέτειος. Η καθιέρωση του Καρυωτάκη», όπου αναφέρεται στην περίοδο του Μεσοπολέμου και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ποιητής οδηγήθηκε στην αυτοκτονία. Το άρθρο γράφεται ύστερα από προσωπική περιπέτεια του Κοτζιούλα, αφού το 1941, με την πείνα και την Κατοχή, για να επιβιώσει, κατέφυγε στο χωριό του, στα Τζουμέρκα, και εν συνεχεία εντάχθηκε στην αντίσταση.
Στην Αθήνα επέστρεψε μετά την απελευθέρωση, το 1945. Το αξιοπρόσεκτο στην περίπτωση Κοτζιούλα είναι ότι, ενώ είχε ενταχθεί σ' έναν χώρο που ιδεολογικά στηρίζεται στον αγώνα και στην αισιοδοξία, για την έλλειψη των οποίων επικρίθηκε ο Καρυωτάκης, εκείνος, αντίθετα, δεν στέκεται σε τέτοιες οριοθετήσεις και χωρίς να υιοθετεί το απονενοημένο διάβημα του αυτόχειρα της Πρέβεζας, προσπαθεί να το ερμηνεύσει. Καθώς μάλιστα συνδέει την πράξη του και με τον «διωγμό» ­ είναι η φράση του ­ που είχε υποστεί, προσπαθεί, ως άτομο, να τον κατανοήσει. Εκείνο, ωστόσο, που έχει αξιοσημείωτη σημασία είναι ότι μιλάει για τόσο λεπτά και ευαίσθητα πράγματα σε μια περίοδο όπου οι ιδεολογικές ζυμώσεις και αντιθέσεις βράζουν, ενώ ο εμφύλιος μαίνεται. Αναφερόμενος λοιπόν ο Κοτζιούλας στο έργο του Καρυωτάκη, με εντυπωσιακή ειλικρίνεια θεωρεί ότι η συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες στάθηκε μια «αληθινή αποκάλυψη για όλους και μάταια οι στρυφνοί κήρυκες θεωριών έμειναν ασυγκίνητοι απ' αυτό το συμπυκνωμένο παράπονο».
«Θυμάμαι», συνεχίζει, «με τι λαχτάρα εμείς οι νεότεροι φοιτητές και φιλολογούντες νεαροί πιάσαμε στο χέρι μας αυτό το εξαίρετο βιβλίο που έδινε απάντηση στις ανησυχίες μας, διέξοδο στις καταπιέσεις μας. Εκεί μέσα βρίσκαμε ανάγλυφο τον εαυτό μας ή τουλάχιστον ένα πρότυπο που ασκούσε απάνω μας ισχυρή έλξη. Αυτός, μάλιστα, ήταν ποιητής. Και η συλλογή του δεν άργησε να γίνει Ευαγγέλιο για μας. Ετσι δημιουργήθηκε η περίφημη σχολή Καρυωτάκη, που όμως στην ουσία δεν λειτούργησε ποτέ». Είναι αυτό που μας παραδόθηκε ως «καρυωτακισμός», δηλαδή ως φαινόμενο φθοράς, κοινωνικής και αισθητικής χρεοκοπίας και ξεπεσμού, και τον οποίο ο Κοτζιούλας θεωρεί δημιούργημα «μερικών επιπόλαιων κριτικογράφων και κατά βάθος αναίσθητων πνευμάτων»· ατόμων δηλαδή που, αδυνατώντας να εξηγήσουν την ταχύτατη απήχηση του έργου του Καρυωτάκη, κατασκεύασαν τη θεωρία της φθοράς. Και γράφονται όλα τούτα δεκατρία χρόνια ύστερα από το επίμαχο άρθρο του Καραντώνη στα Νέα Γράμματα, όπου ο γνωστός κριτικός αποφαίνεται ότι το «κακό που προξένησε στους νέους η επίδραση του Καρυωτάκη» ήταν «ηθικό και αισθηματικό» και επίσης ότι «το έργο του Καρυωτάκη αντικατοπτρίζει και διασώζει ποιητικά τον ψυχικό και τον κοινωνικό ξεπεσμό των νέων μιας χαλαρής, ανήθικης και άρρωστης εποχής».
Από τα αποσπάσματα του Κοτζιούλα προκύπτει ευθέως η ομολογία του για την πλήρη αποδοχή του Καρυωτάκη· αποδοχή η οποία είχε απήχηση στο ποιητικό έργο και του ίδιου, ιδίως στη συλλογή Εφήμερα, απ' όπου αποδεικνύεται ότι ένας από τους νέους που «ένιωσαν δραματικά» τον Καρυωτάκη ήταν και εκείνος.
Η συλλογή Εφήμερα καλύπτει την ποιητική δημιουργία των ετών 1929-1931. Κύρια χαρακτηριστικά της γνωρίσματα, η αθυμία, ο ψυχικός πόνος, η ανία, η μελαγχολία, η μοναξιά. Ενδεικτικοί είναι επίσης και οι τίτλοι κάποιων ποιημάτων, όπως: «Δειλινά», «Μονόλογος», «Βραδινό παράπονο» και αρκετοί άλλοι. Εδώ έχουμε επίσης και ποιήματα όπου γίνεται ευθεία αναφορά στο όνομα του Καρυωτάκη. Χαρακτηριστικό εν προκειμένω είναι το ποίημα «Ελεγεία στον Καρυωτάκη», όπου, με μια γλώσσα καθημερινή και οικεία, κινούμενος ο Κοτζιούλας ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο πρόσωπο, αφήνει να διαφανεί ο ανθρώπινος πόνος αλλά και η βαθύτερη πνευματική σχέση του με τον ποιητή με στίχους σαν αυτούς: στοχαστικό μου αδέρφι θλιβερό ή κι ο στίχος σου που ως πένθος τον φορώ.
Τα στοιχεία αυτά από μια πρώτη κιόλας ανάγνωση θεωρώ ότι είναι αρκετά για να μας οδηγήσουν σ' έναν ευρύτερο και αναλυτικό συσχετισμό· συσχετισμό επικοινωνίας, η οποία είναι άλλοτε εξόφθαλμη και άλλοτε λανθάνουσα. Το βέβαιον πάντως είναι ότι ο Κοτζιούλας, παρά τη νεότητά του, δεν παρασύρεται σε στείρα μίμηση και οι όποιες ομοιότητές του με τον Καρυωτάκη θεωρώ ότι προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής, την ιδιοσυγκρασία των δύο ανδρών κι ακόμη από τις βαθύτερες έμφυτες ροπές που τους κάνουν να «αναπνέουν στο ίδιο κλίμα» (είναι τα λόγια του Κλέωνα Παράσχου).
Αλλά τα ανωτέρω μπορεί να τα κατανοήσει κανείς καλύτερα αν ρίξει μια ματιά στον γνωστό ιδεολογικό διάλογο που ανοίχτηκε στα μέσα της δεκαετίας του '50 από τις σελίδες του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης και εξετάσει τον εξόχως αρνητικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε ο ποιητής.
Το αξιοπαρατήρητο πάντως για την περίπτωσή μας είναι ότι κατά τη δεκαετία του '40, δεκαετία έντονων ιδεολογικών αντιθέσεων και συγκρούσεων, σε αντίθεση με την προηγούμενη ή την επόμενη, όχι μόνο δεν φαίνεται να γράφτηκε τίποτε αξιόλογο αρνητικό, αλλά, αντίθετα, η στάση που κράτησαν οι λόγιοι κύκλοι ήταν θετική. Πάντως, η ουσιαστική αναγνώριση του Καρυωτάκη και κατ' επέκτασιν η καθιέρωσή του πραγματοποιήθηκαν από τη δεκαετία του '60 κι εδώθε.
Ο  Γιάννης Παπακώστας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου