Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Ο φωτογράφος Σεφέρης


Του Νίκου Βιδάλη 

Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός...
«Σήμερα κρέμασα πάνω από το γραφείο μου τη μοναδική φωτογραφία ενός ελληνικού τοπίου που βρέθηκε, ολωσδιόλου τυχαία, μέσα σε κάτι χαρτιά. Καθώς την κοιτάζω τώρα αισθάνομαι την ψυχή μου πλημμυρισμένη. Αλλά δεν είναι αυτά που μου χρειάζουνται: πελεκώντας τον εαυτό μας, έτσι γράφουμε...»


Ο Σεφέρης εκτός από ποιητής υπήρξε και φωτογράφος. Από τα φοιτητικά του χρόνια στην Αγγλία μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Σεφέρης φωτογραφίζει συστηματικά πρόσωπα και τοπία. Αρχικά χρησιμοποιεί μηχανές μεσαίου φορμά (δύο συνολικά), ενώ αργότερα αποφάσισε να χρησιμοποιήσει 35mm. Ο φακός που χρησιμοποιεί είναι πάντοτε νορμάλ. Ο υπόλοιπος φωτογραφικός εξοπλισμός του αποτελείτε από ένα τρίποδο και ένα φωτόμετρο χειρός, αποφεύγει το φλας. Χρησιμοποιεί τις φωτογραφίες του σαν αναμνήσεις, σαν εφαλτήριο πολλές φορές από ότι γράφουν οι μελετητές του. Χαρακτηριστικά στα κείμενά του πολλές φορές βρήκαν σημειωμένο ένα «Φ», όπου υπάρχει σχετική φωτογραφία. Όπως μας πληροφορεί η Μάρω Σεφέρη (σύζυγός του και αγαπημένο θέμα φωτογράφησης) «Τον ενδιέφερε πολύ η φωτογραφία ως τέχνη, ως μάθημα. Ξεχώριζε την ωραία από την άσχημη ή την ωραιοπαθή φωτογραφία. Του άρεσε ο άνθρωπος με καλό μάτι».
Δεν τυπώνει ο ίδιος τις φωτογραφίες του, κρατάει μόνο όσα αρνητικά τον ενδιαφέρουν. Σημειώνει στο περιθώριό τους με μελάνι τον κωδικό που τους δίνει και τα φυλάσσει προσεχτικά σε διαφάνειες και ριζόχαρτο. Δεν νιώθω άνετα να εξηγώ, συγχωρέστε με, φταίει ότι ούτε και εγώ καταλαβαίνω απόλυτα. Αντί άλλων λόγων επιτρέψτε μου να παραθέσω λόγια δικά του για την φωτογραφία που υπάρχουν σε λεύκωμα φωτογραφιών του.


Όταν ο Σεφέρης αρχίζει, ερασιτέχνης βέβαια, να κάνει τις πρώτες λήψεις, η φωτογραφία αναζητούσε όρια και αρχές ως νέα μορφή τέχνης, μια και δεν είχε ακόμη αποτινάξει το βαρύ φορτίο της εικαστικής κληρονομιάς. Νεαρός τότε ο Σεφέρης, αν και κυκλοφορούσε στις μητροπόλεις των φωτογραφικών αναζητήσεων, δεν θέλησε να θέσει καλλιτεχνικά αιτήματα, πιθανώς και γιατί ήταν άλλες οι σειρήνες που τον ξελόγιαζαν, διασκεδάζοντας τις ανησυχίες του. Θα τον λέγαμε λοιπόν φωτογράφο του ενστίκτου. Άλλωστε ο ίδιος είναι αμφίβολο αν ποτέ ονειρεύτηκε φωτογραφική έκθεση. Ένας αφοσιωμένος ερασιτέχνης «με καλό μάτι». Θα ήταν λάθος οι φωτογραφίες του να αξιολογηθούν με αυστηρά καλλιτεχνικά κριτήρια, αν και δεν εκπίπτουν στο συμβατικό καθρέφτισμα ούτε στην καλλιτεχνίζουσα απεικόνιση, όπως συμβαίνει κατά κανόνα με τους σημερινούς ερασιτέχνες. Οι φωτογραφίες του δείχνουν έμπνευση στην επιλογή του θέματος, άψογο καδράρισμα και καλλιτεχνική ευαισθησία. Μπορεί η φωτογραφία να θεωρείται το τελειότερο, ως σήμερα, μέσο πιστής καταγραφής και ταυτόχρονα παγίωσης του ορατού γύρω μας κόσμου, ωστόσο ο ερεθισμός και η φόρτιση του υποκειμένου ως προς το τι αποσπά από όσα παρελαύνουν ραγδαία στο οπτικό του πεδίο και απαθανατίζει παραμένουν καθοριστικά. Ιδίως στην εποχή του Σεφέρη, όταν ακόμη η τεχνολογία της φωτογραφίας δεν πρόσφερε στον οποιονδήποτε πάσης φύσεως αυτοματισμούς και ο φωτογράφος ήταν πιο ενεργός. Επομένως μπορούμε να μιλάμε για σεφερικό βλέμμα
.

Μνημόνιο ζωής οι φωτογραφίες για τον Σεφέρη. Ενδεικτικά και τα τετράδια στα οποία επικολλούσε τα κοντάκτ τυπώματα και τα υπομνημάτιζε με τη βοήθεια της Μαρώς, που στάθηκε ο άοκνος συνταξιδιώτης. Κοντά τριάντα χρόνια από τη λήψη της τελευταίας φωτογραφίας, το Αρχείο, από ιδιωτικό αποθησαύρισμα, βρίσκεται εξ ολοκλήρου στα χέρια των μελετητών. Οπότε μάλλον ήρθε ο καιρός για μια λεπτομερή καταγραφή, όπως αυτή που ξεκίνησε ο Ε. Χ. Κάσδαγλης, για τις κυπριακές φωτογραφίες, στον πρόλογο του πρώτου λευκώματος. Πόσες λήψεις στο άλφα σύντομο ή στο βήτα μακροχρόνιο ταξίδι, πόσες στην τάδε ολιγοήμερη εκδρομή ή στη δείνα υπηρεσιακή αποστολή. Και στη συνέχεια η ταξινόμηση σε κατηγορίες· τόποι, ανθρωποκεντρικά θέματα. Και αυτές, με τη σειρά τους, σε υποκατηγορίες· αρχαιότητες, θρησκευτικά μνημεία, τοπία, πόλεις, σκηνές καθημερινής ζωής, συντροφιές φίλων, προσωπογραφίες.


Παρά την ψυχρότητα των αριθμών, με παρόμοιες καταμετρήσεις και σχολιαστικά ψειρίσματα θα γνωρίσουμε καλύτερα «τον συνειδητό και έντιμο ταξιδιώτη», όπως αποκαλεί τον Σεφέρη στο κείμενό του ο Δ. Δασκαλόπουλος. Πώς το βλέμμα του ποιητή ψηλαφεί το φυσικό και κοινωνικό τοπίο. Πώς εκστασιάζεται από ένα αντικείμενο ή ένα ποθητό σώμα. Μετά θα έρθει η παράλληλη εντρύφηση σε φωτογραφίες και παραστατικές περιγραφές των ημερολογίων. Και ύστερα ίσως προκύψουν συμπεράσματα της μορφής «πολλές φωτογραφίες μοιάζει να έχουν βγει ατόφιες μέσα από τον κόσμο της ποίησής του» ή, και τούμπαλιν, αυτή η φωτογραφία έδωσε εκείνον τον στίχο. Κατά τον Δ. Καψάλη, ο Γιώργος Σεφέρης ­ όχι μόνο το έργο αλλά και ο άνθρωπος ­ είναι ίσως η πιο θεληματική και η πιο επιτυχημένη λογοτεχνική κατασκευή που διαθέτουμε στη νεοελληνική γραμματεία. Άχαρη η λέξη κατασκευή, ωστόσο ας τη δανειστούμε. Κατά τη γνώμη μας και ο φωτογράφος Σεφέρης, όπως μας εμφανίζεται, είναι, ως έναν βαθμό, μια κατασκευή του λευκώματος, που, στην προσπάθειά του να είναι αντιπροσωπευτικό, διέσπασε αναγκαστικά τις ενότητες, ισοκατένειμε τις φωτογραφίες σε τόπους και ανθρωποκεντρικά θέματα, προτίμησε τις μακρινές από τις κοντινές λήψεις και απώλεσε τις παραλλαγές στη γωνία λήψης ή στον φωτισμό, στοιχεία που προδίδουν διαθέσεις και ιδεοληψίες. Αυτή η κατασκευή δείχνει έναν φωτογράφο που περισυλλέγει εικόνες με ησυχία και περίσκεψη. Τελικά, έναν φωτογράφο περισσότερο συντηρητικό και λιγότερο εμπνευσμένο από όσο πιστεύουμε ότι υπήρξε ο Σεφέρης. Ασφαλώς μεμψιμοιρίες. Για έναν τόμο που στεγάζει μικρό μόνο δείγμα των φωτογραφιών, μόλις το 5% του Αρχείου, μπορεί και να μην υπήρχε διαφορετική επιλογή. Άλλωστε πρόκειται για μια πρώτη προσέγγιση στο Αρχείο. Ελπίζουμε ότι θα ακολουθήσουν και άλλα θεματικά λευκώματα.


«Σταματήσαμε λίγο πιο κάτω από το Amshit και κοιτάξαμε τον ήλιο να βουλιάζει την ήσυχη θάλασσα της Φοινίκης. Μα γιατί κάποτε βλέπει κανείς τα πράγματα καθαρά - θέλω να πω όπως όταν η φωτογραφική μηχανή είναι σωστά κανονισμένη...»



«Η φωτογραφία της μεγάλης άγκυρας του Πόρου...»



«Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός...»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου