Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Φύλα και οικογένεια: Παραδοσιακή - Σύγχρονη- Γάμος





Αλήθειες και μύθοι γύρω από την προίκα

Ο θεσμός της προίκας έρχεται κάθε τόσο στο κέντρο της επικαιρότητας. Τον είχε φέρει το (ξεχασμένο πια) προσχέδιο της επιτροπής Γαζή, που πρότεινε την κατάργηση του. Τον ξανάφερε τούτες τις ημέρες η ταινία του Δημ. Κολλάτου «Ελιές».
Έχει ωριμάσει πια η αντίληψη ότι ο θεσμός της προίκας είναι ταπεινωτικός για τη γυναίκα και επιβεβαιώνει την εξάρτηση της από τον άντρα. Κι αυτό είναι αλήθεια. Γιατί ο αστικός κώδικας, ρυθμίζοντας την προίκα, δεν καθιερώνει απλώς υποχρέωση του πατέρα (κι ύστερα απ' αυτόν, της μητέρας) να εφοδιάσει την κόρη του με τα απαραίτητα περιουσιακά εφόδια, για να μην είναι εξαρτημέ­νη από την (καλή ή κακή) θέληση του άντρα. Προίκα, όπως λέει ο αστικός κώδι­κας, είναι η περιουσία (κινητά και ακίνητα) που δίνει η γυναίκα ή κάποιος άλλος (συνήθως ο πατέρας της) στον άντρα «προς ανακούφισιν των βαρών του γά­μου». Τα βάρη αυτά, σύμφωνα με μια άλλη διάταξη, είναι αποκλειστική υποχρέω­ση του άντρα.
Λοιπόν, αν δε γίνει ιδιαίτερη συμφωνία (και συνήθως δε γίνεται), ο άντρας αποκτάει την κυριότητα των μετρητών χρημάτων και των κινητών που δόθηκαν ως προίκα. Η γυναίκα δεν έχει κανένα ενεργό δικαίωμα πάνω σ' αυτά. θα έχει, αν λυθεί ο γάμος της, για να της επιστραφεί. Σ' όλη τη διάρκεια του γάμου η προίκα δεν είναι δική της περιουσία, αλλά περιουσία του άντρα. Αν πάλι δίνεται ως προίκα κάποιο ακίνητο (λ.χ. το διαμέρισμα που θα μείνει το ζευγάρι, ένα χωράφι η ένα οικόπεδο, κλπ.) τότε εφόσον δεν έγινε διαφορετική συμφωνία, με την οποία ο άντρας να γίνεται κύριος των προικώων, περιορίζεται στη διοίκηση και επικαρπία, και η γυναίκα αποκτάει τη λεγόμενη ψιλή κυριότητα, δηλαδή μια ιδιοκτησία που είναι απογυμνωμένη από κάθε άμεσο δικαίωμα και έχει φαλκιδευ­τεί στην απλή προσδοκία, αν κάποτε λυθεί ο γάμος, τότε να ενεργοποιηθεί. Σ' όλη τη διάρκεια του γάμου, ο άντρας αποφασίζει αν θα νοικιάσουν το προικώο ή θα το κρατήσουν για δική τους χρήση. Αυτός εισπράττει τα μισθώματα, αυτός τα εισοδήματα από τους συγκομιζόμενους καρπούς του χωραφιού. Αυτός κάνει τις αγωγές εναντίον των καταπατητών. Με δυο λόγια: Αυτός είναι ο αφέντης. Στη γυναίκα δεν πέφτει λόγος.
Γίνεται έτσι φανερό, ότι με το θεσμό της προίκας, η έννομη τάξη επιβεβαι­ώνει και συντηρεί τη μειονεκτική θέση της γυναίκας απέναντι στον άντρα. Απο­ξενωμένη από την περιουσία της και από τα αντίστοιχα εισοδήματα, η γυναίκα είναι υποχρεωμένη να σκύβει το κεφάλι σε κάθε καπρίτσιο του άντρα, ενώ, πα­ράλληλα, δεν έχει τα μέσα για να δοκιμάσει τις δικές της δυνάμεις μέσα στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας, σαν να μην ήταν ισότιμη με τους άντρες, αλλά δεύτερης κατηγορίας ανθρωπάκι, κατάλληλη για τη λάτρα του σπιτι­ού, για την ικανοποίηση της ερεθισμένης σεξουαλικότητας του άντρα και για την επίβλεψη των ανήσυχων παιδιών.
Αυτή την υποβάθμιση της γυναίκας, είχαν καταφέρει να ωραιοποιήσουν διά­φοροι κράχτες της κατεστημένης εξουσίας (όπως η εκκλησία και οι αρχές των πατροπαράδοτων χρηστών ηθών) με το φωτοστέφανο της αφοσιωμένης στην οι­κογένεια της, τίμιας γυναίκας. Ακόμη και σήμερα καλλιεργείται από αρκετούς ο μύθος, πως η νομική εξίσωση της γυναίκας με τον άντρα θα διαλύσει το θεσμό του γάμου, θα ανατρέψει τις ιερές παραδόσεις και θα απογυμνώσει τη γυναίκα από τη θελκτικότητά της, σαν ένα όμορφο διακοσμητικό αντικείμενο μέσα στην κουραστική ημέρα μας.
Ποτισμένος από τις αντιλήψεις αυτές, ήταν, πριν είκοσι χρόνια, κάποιος φί­λος μου απαρηγόρητος! Είχε καλοπροικιστεί. Τον πρώτο χρόνο του γάμου του απόκτησε ένα χαριτωμένο κοριτσάκι. «Τώρα μούμεινε η γυναίκα τζάμπα» κλαιγό­ταν. «Την προίκα που πήρα θα πρέπει να την κρατήσω για το γαμπρό της κόρης μου»!
Η κίνηση για την κατάργηση του θεσμού της προίκας είναι ένα θετικό βήμα για την απελευθέρωση της γυναίκας από την καταπίεση του αντρικού αυταρχι­σμού που επικρατούσε ως τώρα. Είναι όμως παράλληλα μύθος να πιστέψει κα­νείς ότι μόνη η νομοθετική κατάργηση του θεσμού της προίκας θα λύσει τα προβλήματα. Η προίκα, με όλες τις παραλλαγές που ίσχυσε, στις διάφορες ιστο­ρικές περιόδους, ήταν γέννημα-θρέμμα των κοινωνικών συνθηκών. Όσο λοιπόν οι κοινωνικές συνθήκες είναι ασφυχτικές για τα νέα παιδιά που παντρεύονται και θέλουν να στήσουν το δικό τους σπιτικό, μόνη η νομοθετική κατάργηση του θε­σμού της προίκας θα είναι σκέτος στρουθοκαμηλισμός.
Στα πολύ παλιά χρόνια, οι άντρες έκλεβαν, με κάθε ευκαιρία, όσες πιο πολ­λές γυναίκες μπορούσαν. Οι αρπαζόμενες γυναίκες δεν είχαν θέση νόμιμης συ­ζύγου, έτσι όπως την εννοούμε σήμερα. Ο θεσμός του γάμου ήταν ακόμη αδια­μόρφωτος. Τις χρησιμοποιούσαν λοιπόν ως σκεύη ηδονής, ως τεκνοποιητικές μηχανές και ως υπηρετικό προσωπικό του αφέντη, όχι μονό μέσα στο σπίτι, αλλά και έξω στα χωράφια. Για ν' αποφύγουν τις αντεκδικήσεις, οι αρπαγείς άρχισαν, σιγά-σιγά, να κλείνουν συμφωνία με τους συγγενείς της κλεμμένης γυναίκας. Στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής πλήρωναν κάποια αποζημίωση, η οποία, συχνά, δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητη.
Με την επικράτηση ειρηνικότερων συνθηκών, οι άντρες έπαψαν να αρπά­ζουν τις γυναίκες. Τώρα πια τις αγόραζαν από τον εξουσιαστή τους, δηλαδή συνήθως από τον πατέρα τους. Το τίμημα που καταβαλλόταν δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η παλιά αποζημίωση για την αρπαγή που δεν συνηθιζόταν πια.
Αυτά ίσχυσαν σε όλους τους αρχαίους λαούς.
Με τον καιρό καταργήθηκε η αγορά και η συμφωνία γαμπρού και πεθερού περιοριζόταν στο να δοθεί η νύφη με όλα τα φορέματα και τα κοσμήματα της, καθώς και με τα άλλα αντικείμενα της προσωπικής της χρήσης (τα «μείλια»). Οι οικογένειες ήταν ακόμη αγροτικές. Με την καλλιέργεια του αγρού από τον άν­τρα και τους δούλους του. η οικογένεια είχε αρκετά εισοδήματα, ανάλογα με τις σχεδόν ανύπαρκτες δαπάνες της εποχής εκείνης. Όταν όμως σχηματίστηκαν και μεγάλωσαν οι πόλεις, τότε αυξήθηκαν οι δαπάνες που επέβαλλαν οι καινού­ριες συνθήκες κοινωνικής συμβίωσης κυρίως, με τα έξοδα πολυτελούς διαβίω­σης. Κάτω λοιπόν από την πίεση των καινούριων αυξημένων δαπανών που απαι­τούσε η εγκατάσταση και η διαβίωση στην πόλη, οι γαμπροί δε θεωρούσαν πια αρκετά τα «μείλια». δηλαδή τα αντικείμενα της προσωπικής χρήσης της γυναί­κας που έπαιρναν, αλλά ζητούσαν από τον πεθερό όλο και μεγαλύτερη οικονομι­κή ενίσχυση. Έτσι διαμορφώθηκε ο θεσμός της προίκας, ως αναγκαίο επακό­λουθο των καινούριων δομών της αστικής κοινωνίας και οικονομίας.
Ως το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η προίκα ήταν στον τόπο μας, όχι μονό μια παραδομένη από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο υποχρέωση των γονιών της κο­πέλας, αλλά, προπαντός, μια απαραίτητη οικονομική ενίσχυση για να μπορέσει το καινούριο ζευγάρι να φτιάξει το σπιτικό του και να ξεπεράσει την πιεστική οικονομική στενότητα που αντιμετώπιζε στα πρώτα του βήματα Μέσα στο κλίμα των κοινωνικών αντιλήψεων που επικρατούσαν ως τότε. τα περισσότερα και ση­μαντικότερα επαγγέλματα ανήκαν μονοπωλιακά στους άντρες. Για τις γυναίκες έμενε μόνο το επάγγελμα της οικόσιτης η εξωτερικής παραδουλεύτρας, της ράφτρας, της κομμώτριας της νοσοκόμας και της (ελαφριάς η σοβαρής) καλλι­τέχνιδας...
Η ισότιμη αποδοχή αντρών και γυναικών σε όλα τα επαγγέλματα είναι πια σήμερα κάτι το αυτονόητο. Βεβαία ακούγονται πότε-ποτέ, και κάποιες παράφω­νες αντιρρήσεις Όμως εκείνοι που τις προτείνουν γίνονται συνήθως καταγέλαστοι, καίω από την υποψία πως κάποιο κόμπλεξ σεξουαλικής μειονεκτικότητας κρύβουν οι αφορισμοί τους για τη δήθεν ακαταλληλότητα των γυναικών να πά­ρουν στα χεριά τους διευθυντικές θέσεις.
Μέσα στις καινούριες αυτές κοινωνικές και οικονομικές δομές θυμίζουν πια γελιογραφίες κάποιοι κανόνες του αστικού κώδικα που άλλοτε συνιστούσαν τα θεμέλια της πατριαρχικής οικογενείας. Το άρθρο που ορίζει πως «ο ανήρ είναι η κεφαλή της οικογένειας και αποφασίζει περί παντός ο, τι αφορά τον συζυγικόν βίον» έχει πια περισσότερο μουσειακό χαρακτήρα, για να κάνουν χάζι τα παιδιά: «Κοίτα, ρε, πως σκέφτονταν οι άνθρωποι σε άλλες εποχές»… Είναι λοιπόν αδια­νόητη η συμβολή της γυναίκας στα βάρη του γάμου με την παράδοση της προί­κας στο γαμπρό θα δουλέψουν και οι δυο, και με τα εισοδήματα της εργασίας τους θα προσπαθήσουν να τα βγάλουν περά. Η γυναίκα λοιπόν, στις καινούριες οικονομικοκοινωνικές συνθήκες δε συμβάλλει πια με προίκες, αλλά με τα εισο­δήματα της προσωπικής εργασίας της, όμοια όπως γίνεται και με τους άντρες. Από την άποψη αυτή, η νομοθετική κατάργηση του θεσμού της προίκας έρχεται απλώς να επιβεβαιώσει κάτι που, έτσι κι αλλιώς, έχει πάψε; να συνηθίζεται.
Τι, δηλαδή; Δεν προικίζουν πια οι γονείς τα κορίτσια τους; Και βεβαία τα προικίζουν, όταν και όσο μπορούν. Μονό που, τώρα πια, προικίζουν τα κορίτσια τους, και όχι το γαμπρό. Δίνουν δηλαδή στα κορίτσια τους διάφορα περιουσιακά στοιχεία, που θα ανήκουν στη δίκη τους κυριότητα και θα τα διαχειρίζονται και καρπώνονται αυτά τα ίδια. και όχι οι άντρες τους.
Γιατί; Επειδή, και πάλι, αυτό επιβάλλουν οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Για θυμηθείτε: Πόσα χρονιά πρέπει να ταλαιπωρηθεί το καινούριο ζευγάρι, ωσό­του μπορέσει, με τις αποταμιεύσεις από την εργασία και των δυο. να αποκτή­σουν δικό τους σπίτι, και να το επιπλώσουν όπως τόσον καιρό ονειρεύονταν; Συνήθως έχουν γίνει πια μεσόκοποι. Οι στερήσεις και η μιζέρια έχουν δηλητηρι­άσει αρκετά τις σχέσεις τους. Κι όταν πια τα αποκτούν, έχουν τόσο κουραστεί ψυχικά, που δεν είναι σε θέση να τα χαρούν.
Κάθε γονιός που τα τράβηξε αυτά, τόχει έννοια, πως θα μπορέσει το παιδί του (είτε είναι κορίτσι, είτε. είναι αγόρι), να μην περάσει κι αυτό από τις ίδιες συμπληγάδες, όταν θα παντρευτεί.
Οι ασφυχτικές λοιπόν κοινωνικοοικονομικές συνθήκες θα διατηρήσουν το θεσμό της προίκας, με μιαν άλλη παραλλαγή: Την ενίσχυση του ίδιου του παιδιού από το γονιό του. Κι όπως φαίνεται, θα τον διατηρήσουν για πολλά ακόμη χρόνια.
Σ' αυτή την εξέλιξη θα έπρεπε να προσαρμοστεί και η νομοθεσία μας. Και, πρώτα-πρώτα, η φορολογική. Οι δωρεές των γονιών προς τα ενηλικιούμενα παι­διά τους (είτε είναι κορίτσια, είτε αγόρια) θα έπρεπε, σε ορισμένη εύλογη έκτα­ση, να απαλλάσσονται από τη φορολογία. Γιατί, έτσι όπως είναι σήμερα τα πρά­γματα, η φορομπηχτική πολιτική είναι μια σημαντική αναστολή στην ενίσχυση των αδέκαρων παιδιών από τους γονείς τους. Ελευθεροτυπία, 29 Ιανουαρίου 1981


Οικογένεια και αλλαγή
Σύμφωνα με τον Βρετανό κοινωνιολόγο Anthony Giddens «οι μετασχηματισμοί που επηρεάζουν την προσωπική και τη συναισθηματική σφαίρα υπερβαίνουν τα σύνορα της κάθε συγκεκριμένης χώρας». Έτσι, και η Ελλάδα δεν μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. O εκμοντερνισμός, η τεχνολογία, ο πλούτος, η αστικοποίηση και το lifestyle υπέσκαψαν τα θεμέλια του παραδοσιακού κανονιστικού συστήματος και επέφερε σημαντικές αλλαγές στις αξίες και τις νόρμες της παραδοσιακής-πατριαρχικής κοινωνίας.
H ανάπτυξη της τεχνολογίας και των επιστημών και η εξάπλωση τους σε μια μεγάλη μερίδα χωρών ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους που επηρέασαν τις αξίες, τις αντιλήψεις και κατά συνέπεια τη συμπεριφορά των ανθρώπων. H μοντέρνα κοινωνία χαρακτηρίζεται από φαινόμενα όπως η εκκοσμίκευση, η εκδημοκρατικοποίηση και ο ατομισμός. Ως αποτέλεσμα νέες αξίες και κανονιστικοί θεσμοί έχουν δημιουργηθεί και εξαπλωθεί ανάμεσα στις δυτικές κοινωνίες. O ιδεολογικός πλουραλισμός, η σχετικότητα, η ρευστότητα και η ανεκτικότητα είναι βασικά στοιχεία τα οποία έχουν αναπτυχθεί.


Οι γενικές αυτές κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές συνοδεύτηκαν από μια σειρά αλλαγών στους διάφορους κοινωνικούς θεσμούς – όπως η οικογένεια. O ρόλος των γυναικών μέσα στην οικογένεια και στην κοινωνία γενικότερα έχει ενδυναμωθεί αφού σήμερα διεκδικούν το δικαίωμα μόρφωσης τους, ένταξης στην αγορά εργασίας, είναι οικονομικά ανεξάρτητες, διεκδικούν μεγαλύτερη νομική ισότητα, έχουν περισσότερη ελευθερία στις κοινωνικές και σεξουαλικές τους σχέσεις ενώ παράλληλα μπορούν να ελέγξουν τη γονιμότητα τους μέσω διαφόρων ιατρικών μεθόδων.
Αυτές οι θεμελιακές αλλαγές έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της ελευθερίας και των προσωπικών επιλογών στις συμπεριφορές τους. Έτσι οι σύγχρονες τάσεις εμπερικλείουν σεξουαλικές εμπειρίες σε μικρότερες ηλικίες, λιγότερους γάμους, καθυστέρηση ή ακόμα και μη πραγματοποίηση γάμου, λιγότερα παιδιά, αύξηση των γεννήσεων εκτός γάμου, μεγαλύτερα ποσοστά διαζυγίων και κατ’ επέκταση αύξηση των μονογονεϊκών και θετών οικογενειών και αύξηση των δεύτερων και τρίτων γάμων.
Αυτές οι ραγδαίες αλλαγές έχουν μεγαλύτερη επίδραση παρά τα ηθικά και θρησκευτικά συστήματα. Οι γονείς έχουν χάσει την εξουσία που κατείχαν στις παραδοσιακές κοινωνίες προς τα παιδιά τους. H κοινωνία έχει γίνει λιγότερο αυστηρή και δημοκρατική κυρίως προς στα νεαρά μέλη της. Στις μοντέρνες κοινωνίες οι άνθρωποι έχουν τον πρώτο λόγο στην επιλογή συντρόφου. H ρομαντική αγάπη είναι το πρώτιστο χαρακτηριστικό ενός επιτυχημένου γάμου και το άτομο στη σύγχρονη κοινωνία κατευθύνεται στη δημιουργία ενός γάμου που να ικανοποιεί τις σωματικές, ψυχολογικές και πνευματικές του ανάγκες δίνοντας ταυτόχρονα έμφαση στη μεγαλύτερη προσωπική ευτυχία- δεδομένο το οποίο είναι ένα γνήσιο προϊόν της βιομηχανικής κοινωνίας.
Η οικογένεια αποτελεί πεδίο διαμάχης μεταξύ της παράδοσης και της νεωτερικότητας τόσο σε καθημερινό όσο και σε συμβολικό επίπεδο. To χαμένο καταφύγιο της οικογένειας αποτελεί το θεσμό που περιβάλλεται με τα εντονότερα αισθήματα νοσταλγίας από κάθε άλλο θεσμό με ρίζες στο παρελθόν. Καθημερινά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι πολιτικοί και διάφοροι άλλοι οργανωμένοι παράγοντες αφορμώμενοι από διάφορα περιστατικά κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την κατάρρευση της οικογένειας και μας καλούν να επιστρέψουμε στην παραδοσιακή οικογένεια.
O ρυθμός αυτών των αλλαγών διαφέρει από χώρα σε χώρα αλλά οι τάσεις που παρουσιάζονται είναι παρόμοιες. Πολλοί έχουν τη δυνατότητα να αποτραβηχτούν από τα προβλήματα που δημιουργεί αυτό το κύμα αλλαγής όμως από την άλλη δε υπάρχουν μεγάλα περιθώρια αποστασιοποίησης αφού οι αλλαγές αυτές έχουν εισχωρήσει βαθιά στην κοινωνική μας ζωή. Αρκετοί υποστηρίζουν πως εάν υπάρξουν αλλαγές στις οικογενειακές δομές, για παράδειγμα αν μειωθούν τα διαζύγια, θα επιλυθούν διάφορα προβλήματα.
Οι ανθρώπινες κοινωνίες χαρακτηρίζονται από πληθώρα οικογενειακών και συγγενικών θεσμών. Στις δυτικές κοινωνίες η παραδοσιακή-πατριαρχική οικογένεια χαρακτηριζόταν από την ανισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα η οποία επεκτεινόταν σε όλους τους τομείς της ζωής.
 

Βασικά χαρακτηριστικά των παραδοσιακών-πατριαρχικών κοινωνιών ήταν:
1.  O γάμος στηριζόταν στα κοινωνικο-οικονομικά συμφέροντα των δύο συμβαλλομένων οικογενειών· Επομένως ο έρωτας ή η ρομαντική αγάπη δεν αποτελούσε προϋπόθεση, ούτε υπήρχαν προσδοκίες για ανάπτυξη ενός τέτοιου είδους αγάπης. H επιλογή συντρόφου γινόταν από τους γονείς και οι επιθυμίες του ζευγαριού δε θεωρούνταν συνήθως σημαντικές. Για παράδειγμα έτσι, όταν κάποιο άτομο βρισκόταν σε ηλικία γάμου, η επιλογή συντρόφου γινόταν από τους γονείς στη βάση συγκεκριμένων κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων ενώ τα δύο υποψήφια άτομα παρέμεναν, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, αμέτοχα στην όλη διαδικασία.
2. H σεξουαλικότητα ήταν άμεσα συνυφασμένη με την αναπαραγωγή. H ανισότητα μεταξύ αντρών και γυναικών επεκτεινόταν και στη σεξουαλική τους ζωή αφού ακολουθούνταν δύο μέτρα και δύο σταθμά όσον αφορούσε στη σεξουαλικότητα του άντρα και της γυναίκας. Οι άντρες είχαν το δικαίωμα και «έπρεπε» πριν από το γάμο τους να έχουν σεξουαλικές εμπειρίες – όμως θέλοντας να εξασφαλίσουν τη συνέχεια στην καταγωγή και τη μεταβίβαση της περιουσίας, ήθελαν να είναι σίγουροι ότι μια συγκεκριμένη γυναίκα θα ήταν η μητέρα των παιδιών τους. Για αυτό η παρθενιά ήταν μια θεμελιώδης αρετή που έπρεπε να χαρακτηρίζει μια γυναίκα για να μπορέσει να παντρευτεί, ενώ παράλληλα η αφοσίωση και η πίστη προς τον άντρα τους ήταν δύο αρετές που καλλιεργούνταν στα κορίτσια και απαιτούνταν από την παραδοσιακή κοινωνία ώστε να μπορέσει ένας γάμος να στεριώσει.
3.  Οι οικογένειες ήταν πολυμελείς – τα παιδιά αποτελούσαν οικονομική επένδυση για μια οικογένεια αφού τόσο οι αγροτικές εργασίες όσο και οι δουλειές του νοικοκυριού απαιτούσαν μεγάλο αριθμό εργατικών χεριών. Τα παιδιά έπρεπε να είναι υπάκουα στους γονείς [βρίσκονταν σε παρόμοια κοινωνική θέση όπως και οι γυναίκες] ενώ παράλληλα, δεν ανατρέφονταν με βάση τις ψυχοσωματικές τους ανάγκες αλλά οι γονείς ενδιαφέρονταν περισσότερο για τη συνεισφορά τους στις κοινές οικογενειακές ασχολίες που είχαν ως στόχο την επιβίωση της οικογένειας. Αυτό φυσικά δε σήμαινε πως οι γονείς δεν αγαπούσαν τα παιδιά τους αλλά οι προσδοκίες από τα παιδιά τους επικεντρώνονταν κυρίως στα θέματα επιβίωσης της οικογένειας ως συνόλου. Παράλληλα θεωρούσαν μεγάλη αμαρτία τη χρήση ακόμα και των τότε πρωτόγονων μεθόδων αντισύλληψης αφού πίστευαν πως τα παιδιά είναι «ευλογία για την οικογένεια» λέγοντας πως όσα παιδιά τους στείλει ο Θεός θα είναι καλοδεχούμενα.
O σύγχρονος γάμος και οικογένεια
H ισότητα και η αλλαγή έχουν γίνει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της σύγχρονης οικογένειας. Στο παρελθόν οι ανάγκες του ατόμου έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα αφού προτεραιότητα είχαν οι ανάγκες του συνόλου της οικογένειας. Σε αντίθεση σήμερα, υπάρχει μια στροφή προς το άτομο και τις ατομικές του ανάγκες. Υπάρχει παράλληλα μια μετατόπιση από τους εξωτερικούς ελέγχους της συμπεριφοράς του ατόμου (αυστηρές απαγορεύσεις που επέβαλλε προς το άτομο η παραδοσιακή κοινωνία) στους εσωτερικευμένους ελέγχους που σχετίζονται με τη συνείδηση του κάθε ατόμου (τα συναισθήματα ενοχής και τύψεων). H ομοιομορφία που υπήρχε παλαιότερα ανάμεσα στα μέλη κάθε κοινωνίας ήταν αποτέλεσμα του έντονου κοινωνικού ελέγχου που ασκούσε η κοινωνία στα μέλη της, φαινόμενο που σήμερα περιορίζεται αφού οι πράξεις του ατόμου καθοδηγούνται από εσωτερικούς, εξατομικευμένους ελέγχους.
Σήμερα υπάρχει μια πληθώρα παραγόντων που επηρεάζουν τις προτιμήσεις στην επιλογή συντρόφου, τις επιλογές και τα αποτελέσματα αυτών των σχέσεων.
Διάφορες έρευνες έχουν επισημάνει ένα αριθμό σημαντικών παραγόντων που συμβάλουν στην ευτυχία ή τη δυστυχία ενός ζευγαριού. Οι κυριότεροι από αυτούς είναι:
1. H ταύτιση προσωπικότητας: η γνώση των βασικών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας του καθενός είναι σημαντική αφού αυξάνει τη συναισθηματική εγγύτητα και βοηθά στη σωστή καλλιέργεια μιας σχέσης. Όσο πιο αρεστά είναι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και κάποιες συνήθειες του/της συντρόφου τόσο πιο ικανοποιητική είναι η σχέση. Χαρακτηριστικά όπως: η ευερεθιστότητα, η κυκλοθυμία, το πείσμα, η ζήλια και η κτητικότητα είναι χαρακτηριστικά τα οποία δημιουργούν αρνητικά συναισθήματα και προβλήματα μέσα στη σχέση ενώ χαρακτηριστικά όπως: η κατανόηση, η τρυφερότητα, η υπομονή και η δημοκρατικότητα είναι χαρακτηριστικά τα οποία δημιουργούν θετικά συναισθήματα και βοηθούν τη σχέση να αναπτύσσεται.
2. Οι ικανότητες επικοινωνίας: η ικανότητα της ακρόασης των σκέψεων και των συναισθημάτων του ενός συντρόφου από τον άλλο πάνω σε όλα τα θέματα που αφορούν ένα ζευγάρι αλλά και η ανταλλαγή απόψεων και προβληματισμών που αφορούν την καθημερινότητα είναι ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία τα οποία πρέπει να υπάρχουν σε μια σχέση για να είναι λειτουργική.
3. Οι δεξιότητες επίλυσης των συγκρούσεων: τα ζευγάρια που έχουν τη δυνατότητα να αναγνωρίζουν τα προβλήματα που τυχόν να δημιουργούνται μέσα στη σχέση τους και έχουν την ικανότητα να επιλύουν τις διαφορές που δημιουργούνται μεταξύ τους έχουν μια πιο θετική και λιγότερο φορτισμένη σχέση από ότι τα ζευγάρια που παρόλο που αναγνωρίζουν τα προβλήματα που πιθανόν να υπάρχουν ανάμεσα τους τα αφήνουν ελπίζοντας κατά κάποιο τρόπο ότι θα ξεχαστούν.
4. Οι ικανότητες διαχείρισης των οικονομικών: τα οικονομικά είναι ένας παράγοντας κλειδί στις σχέσεις και ο σωστός προγραμματισμός του οικογενειακού προϋπολογισμού είναι ένα ζήτημα που αποφορτίζει το ζευγάρι από περιττό άγχος και ανασφάλεια. Κάποιοι άνθρωποι λόγω χαρακτήρα τείνουν να είναι πολυέξοδοι, άλλοι να είναι πιο οικονόμοι. H πλειοψηφία ρίσκεται κάπου στη μέση. Διαφωνίες για τον τρόπο που ξοδεύονται τα χρήματα δημιουργούν συγκρούσεις και πολλές φορές αλυσιδωτά προβλήματα ανάμεσα στο ζευγάρι.
5.  H συμμετοχή σε κοινές δραστηριότητες ψυχαγωγίας: η συμμετοχή σε τέτοιου είδους δραστηριότητες ενδυναμώνει και αναζωογονεί τη σχέση
6. Οι σεξουαλικές σχέσεις: οι σεξουαλικές σχέσεις είναι ένας άλλος τρόπος επικοινωνίας και έκφρασης των δύο συντρόφων και αποτελεί συνήθως το δείκτη της ποιότητας μιας σχέσης. Όταν υπάρχει επικοινωνία στους υπόλοιπους τομείς της ζωής ενός ζευγαριού οι σεξουαλικές σχέσεις ενδυναμώνουν τη σχέση και δένουν περισσότερο το ζευγάρι. Αντίθετα, στις περιπτώσεις που η σχέση είναι δυσλειτουργική παρουσιάζεται συναισθηματική απομάκρυνση και κατά συνέπεια, τις περισσότερες φορές, δημιουργείται ψυχρότητα και στη σεξουαλική σχέση του ζευγαριού.
7. H συμφωνία για θέματα που αφορούν στα παιδιά και στη γονεϊκότητα: το ζευγάρι θα πρέπει να συμφωνήσει για το κατά πόσο θέλει να αποκτήσει παιδιά και πως θέλει να τα μεγαλώσει. Διαφορές που αφορούν στον τρόπο ανατροφής, στην πειθαρχία και στις αξίες που θέλει να μεταδώσει στα παιδιά του ο κάθε γονέας πολλές φορές δημιουργούν συγκρούσεις ανάμεσα τους.
8. Οι καλές σχέσεις με την ευρύτερη οικογένεια και τους φίλους: οι σχέσεις με τα πεθερικά, άλλους συγγενείς και φίλους μπορούν είτε να ενδυναμώνουν είτε να προκαλέσουν προβλήματα σε ένα γάμο. Av δεν υπάρξει αποτελεσματικός και προσεκτικός χειρισμός αυτών των προκλήσεων μπορούν να δημιουργήσουν ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στο ζευγάρι.
9.  συμφωνία στους ρόλους: το ζευγάρι θα πρέπει να κάνει μια τέτοια κατανομή ευθυνών ώστε να δουλεύει καλύτερα η σχέση για αυτούς. Οι δύο βασικοί τύποι κατανομής ευθυνών είναι: 1. η ισότιμη κατανομή των ευθυνών για το σπίτι και τα παιδιά και 2. η πιο παραδοσιακή κατανομή ευθυνών όπου ουσιαστικά οι ευθύνες για το σπίτι και τα παιδιά επιβαρύνουν σχεδόν αποκλειστικά τη γυναίκα, και τέλος
10.  Οι ψυχικές/πνευματικές αξίες: οι πνευματικές αξίες, όπως για παράδειγμα η θρησκευτικότητα/θρησκευτική πίστη είναι ένας παράγοντας που είτε δημιουργεί ένα δυνατό δεσμό ανάμεσα στο ζευγάρι, είτε δημιουργεί εκρηκτικές καταστάσεις.
Έτσι σήμερα η σχέση ενός ζευγαριού είναι μια συνεχής και επίπονη διαδικασία, που χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και από τους δύο συντρόφους για να διατηρεί ένα αρκετά ψηλό βαθμό ικανοποίησης μέσα από τη συνεχή αναζήτηση νέων τρόπων αναζωογόνησης και ενδυνάμωσης της σχέσης τους, σε μια πολύπλοκη και απαιτητική σύγχρονη κοινωνία. Γιούλα  Γαμβρούλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου