Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Δ. Πικιώνης



Οι αρχιτεκτονικές διαδρομές, οι «οδοιπορίες εξερεύνησης» (όπως τις αποκάλεσε κάποτε ο Πικιώνης) είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους προκειμένου να γνωρίσει κανείς εκείνες τις πλευρές μιας πόλης που συνήθως περνούν απαρατήρητες. Εθισμένοι στη μητροπολιτική φρενίτιδα της Αθήνας και στη συνακόλουθη βαρυθυμία και στην γκρίνια, αδυνατούμε να παρατηρήσουμε τις αξιοσύστατες πτυχές της αρχιτεκτονικής της που περιμένουν να τις ανακαλύψουμε. Μια τέτοια στάση καλό θα ήταν να την αντιμετωπίσουμε με ρεαλισμό και όχι με νοσταλγία. Η γαλήνια πλεύση του περιπάτου είναι μια από τις πιο πλούσιες αστικές εμπειρίες που μας κληρονόμησε ο 19ος αιώνας, που σήμερα για τους γνωστούς λόγους γίνεται όλο και πιο δύσκολη. 


Σ' αυτόν τον περίπατο, οι σουρεαλιστές προσέδωσαν νεύρο και αλλοκοτιά εξιδανικεύοντάς τον και, μερικά χρόνια αργότερα, οι σιτουασιονιστές τον ανέδειξαν σε «ψυχογεωγραφία» και στρατηγική «μεταστροφής». Μέσα από μια τέτοια εμπειρία αυτό που εν τέλει κατασταλάζει είναι οι σχέσεις με ορισμένα κτίρια και προπάντων ορισμένες σχέσεις ανθρώπων με τη μεσολάβηση της πόλης.
Ένας από τους πιο φημισμένους ιστορικούς της αρχιτεκτονικής, ο Colin Rowe, περιέγραψε κάποτε την ιδέα μιας πόλης η οποία, εκτός των άλλων, θα είναι «ευνοϊκή πηγή ακανόνιστων αλλά προσεκτικά επιλεγμένων πληροφοριών». Τα «ΠΡΟΣΩΠΑ» στο ανά χείρας τεύχος προτείνουν μια αρχιτεκτονική διαδρομή σε ορισμένα έργα του Δημήτρη Πικιώνη, στην Αθήνα.
Ο Δημήτρης Πικιώνης ήταν ένας άνθρωπος μοναχικός και για ορισμένους περίεργος, που πέρασε ήσυχα τη ζωή του σχεδιάζοντας ασταμάτητα και διδάσκοντας στο Πολυτεχνείο.
Στα γραπτά, στη ζωγραφική, στα λιγοστά κτίρια και στις υπαίθριες διαμορφώσεις που μελέτησε, αποκαλύπτει έναν κόσμο μελαγχολικό και σκιρτήματα φυσιολατρίας.
Στην πραγματικότητα όμως ήταν κάτι πιο σύνθετο: ένας αρχιτέκτονας-στοχαστής (ο Αρης Προβελέγγιος έλεγε πως είχε αποστηθίσει ολόκληρα κομμάτια του Αισχύλου) που δοκίμασε μια μορφή ασκητείας στην κατάκτηση της «αυθεντικότητας» και πάνω απ' όλα έβαζε την μεγάλη του αγάπη, τη ζωγραφική.

Η αίσθηση που έχω από τα έργα του είναι εκείνη ενός δέους που κατορθώνει να κάνει την αρχιτεκτονική ενδόμυχη υπόθεση. Ποτέ δεν με συνεπήρε η διατυμπανισμένη σχέση τους με την παράδοση και η αόριστη εξιδανίκευση της μαστορικής ή του τεχνίτη, που ενθάρρυνε ο αρχιτέκτονας. Ο ίδιος μάλιστα αργότερα στις σημειώσεις του για μια ομιλία στην Ακαδημία Αθηνών θα τη γενικεύσει, μιλώντας για την «ενιαία παράδοση του πλανήτη» που απλώνεται από την Ανατολή στη Δύση και από τον Βορρά στη Μεσημβρία.

Το ωραιότερο ή ίσως το σημαντικότερο σπίτι που μελέτησε ο Πικιώνης είναι το σπίτι της γλύπτριας Φρόσως Ευθυμιάδη - Μενεγάκη (1949) στην Κυπριάδου. Πρόκειται για το πρώτο παράξενο «κτίριο-τοπίο» που είδα στη ζωή μου, στη γειτονιά της παιδικής ηλικίας. Με έλκυε πάντα η αίσθηση του μυστηρίου που εξέπεμπε αυτό το σπίτι: το εσωτερικό του φαινόταν μέσα από μια αχλύ που καλλιεργούσε την εντύπωση του Μυστικού («Το παιδί μαθαίνει ακούγοντας μυστικές φωνές μέσα του», έλεγε ο Πικιώνης). Η σημερινή του εγκατάλειψη επιβεβαιώνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει κατοίκηση δίχως μυστικό.

Στο σπίτι αυτό ­ και πιο πλουσιοπάροχα στην Οικία Ποταμιάνου (1954) ­ οι αναφορές στην παράδοση συνυπάρχουν αιφνιδιαστικά με μοντέρνα στοιχεία, αναστρέφοντας την προβεβλημένη ιδιοσυγκρασία του αρχιτέκτονα. Η ιδέα της κατοίκησης φαντάζει πιο αληθινή (δηλαδή αντιφατική) και το σπίτι-εργαστήριο της γλύπτριας λιγότερο ιδεοληπτικό. Μια τέτοια συνύπαρξη μπορεί να έκανε επιφυλακτικούς τους ιστορικούς (που το υποτίμησαν) και τους δογματικούς οπαδούς ενός αρχιτέκτονα, που περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο ενδιαφέρθηκε για τους υπαινιγμούς της μορφής.
Περπάτησα κάποτε το σπίτι τής Μενεγάκη και είδα τις κρυφές ατμόσφαιρες, τις χειροποίητες φαντασιώσεις του αρχιτέκτονα και το φωτεινό ατελιέ της γλύπτριας, η οποία έλεγε ότι ο Πικιώνης όταν χτιζόταν το σπίτι πήγαινε τα βράδια μ' ένα κερί στο χέρι και την επόμενη ημέρα άλλαζε τη σκάλα γιατί δεν του άρεσαν οι σκιές. «Τα μεσόφωτα», θα γράψει ο Πικιώνης στο «Πρόβλημα της μορφής» αναφερόμενος στον Ροντέν, «είναι η ζωή του πλαστικού έργου». Αν η εικόνα αυτού του σπιτιού γοητεύει είναι γιατί φέρνει στη σκέψη μας τον νοτιά και μια αρχιτεκτονική που είναι μοντέρνα και ταπεινή με ανορθόδοξο τρόπο.

Το ίδιο συναίσθημα του δέους και του νοτιά προκαλούν και οι διαμορφώσεις του αρχαιολογικού χώρου γύρω από την Ακρόπολη και τον Λόφο του Φιλοπάππου, η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη και το Τουριστικό Περίπτερο (1951-1957) και ο Παιδικός Κήπος της Φιλοθέης (1961-1964). Περπατώντας ξανά σήμερα σ' αυτούς τους χώρους, αντιλαμβάνομαι ότι αυτό που θαυμάζω περισσότερο δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο αφομοιώνουν την παράδοση, ο «επιστρεπτικός» τους χαρακτήρας (που ήταν μια από τις τρεις αρχές που ανέφερε ο Σικελιανός στον Πικιώνη), αλλά η αργή και ήσυχη ζωή που υπονοούν: ένας αργόσυρτος χρόνος αισθημάτων, ο οποίος μας κάνει να βλέπουμε διαφορετικά, απενοχοποιώντας τις λεπτεπίλεπτες διακοσμήσεις και τις αδρές λεπτομέρειες· μια γαλήνια αρχιτεκτονική που μοιράζει ευγενικά στιγμές αναμονής, στιγμές ηδείας νωθρότητας και εικόνες για ν' ανακαλύψεις.

Περισσότερο από μια επιδεικτική σχέση με την παράδοση μια τέτοια αρχιτεκτονική εκφράζει απέναντί της μια «εράσμια» (αυτή είναι η επόμενη αρχή του Σικελιανού) αμηχανία που εξευγενίζει. Κάτω από αυτό το πνεύμα, πρέπει να δούμε και την εμμονή που είχε ο αρχιτέκτονας με το τοπίο και τον γεωφυσικό περίγυρο. «Η αρχιτεκτονική του Πικιώνη βγαίνει κατ' ευθείαν μέσα από τη γη. Και μαζί ο αρχιτέκτονας». Αυτή είναι η πιο καίρια παρατήρηση που θα κάνει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος. Η χθόνια καταγωγή της αρχιτεκτονικής και συνάντησή της με μία (επιτρέψτε μου την έκφραση) σχεδόν παγανιστική μυστικοπάθεια: «Η γη αυτή, σπάργανο, σάβανο, σπλάγχνο και λάκκος, επιβάλλει τις μορφές, προσδιορίζει τα μέτρα, οργανισμός ζωντανός, πάντα ο ίδιος και πάντα ένας άλλος». Ο ίδιος άλλωστε ο Πικιώνης θα γράψει μια φράση που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να τη διατυπώσει έτσι: «Ήταν φορές που αισθανόμουν πως εις τα θεμέλια που εισχωρούσαν βαθιά στη γη, εις τους ογκώδεις τοίχους και τις καμάρες των, ήταν η ψυχή μου που εντοιχιζόταν εις το ανώνυμο πλήθος των...».

Παραδοσιακός ή μοντέρνος;

Στο αυτοβιογραφικό σημείωμα που δημοσίευσε ο αρχιτέκτονας στον «Ζυγό», το 1958, θα γράψει: «Όταν το κίνημα τούτο το γνώρισα [εννοεί το σύγχρονο κίνημα], είδα πως ένα βήμα με χώριζε από κείνο. Αν οι οξυδερκέστεροι από μας το παραδεχτήκαμε τότε ήταν για τους λόγους τούτους: Πως υποσχόταν την πλήρωση της οργανικής αλήθειας, πως ήταν αυστηρό και απλό και το κυβερνούσε μια γεωμετρία ενός καθολικού σχήματος, ικανού να συμβολίσει την εποχή μας. Το Σχολείο του Λυκαβηττού χτίστηκε περί το 1933. Όταν τελείωσε, δεν με ικανοποιούσε. Είναι τότε που στοχάστηκα πως το οικουμενικό πνεύμα πρέπει να συντεθεί με το πνεύμα της εθνότητος· είν' απ' τις σκέψεις τούτες που βγήκαν: το Πειραματικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης (1935), η πολυκατοικία Χέυδεν (κάτοψη Μητσάκη - 1938), το σπίτι της γλύπτριας Φρόσως Ευθυμιάδη (1949)».
Αυτός ο διαχωρισμός του Πικιώνη προκάλεσε σειρά παρενεργειών που έφτασαν στο σημείο να χαράξουν μια γραμμή Μαζινό ανάμεσα σε μια πρώτη «μοντέρνα» περίοδο και μια δεύτερη «στο πνεύμα της εθνότητας». Μπορεί βέβαια με τον τρόπο αυτό να δήλωνε τη συγκατάθεσή του στις διάχυτες στη γενιά του 1930 αντιλήψεις περί ελληνικότητας, για τις οποίες συνέβαλε αποφασιστικά. Καλλιέργησε όμως μια από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις που δεν μας αφήνει να διακρίνουμε το συνεκτικό στοιχείο που διαπερνά απ' άκρη σ' άκρη το έργο του: τη σταθερή, δηλαδή, διατήρηση του αινίγματος μέσα στη διαφορά.


 

Μια αινιγματική μορφή

Ο Πικιώνης έγινε λοιπόν ο πιο γνωστός αλλά και ο πιο παρεξηγημένος από τους Έλληνες αρχιτέκτονες. Θα έλεγα μάλιστα ότι η φήμη του έγινε ευθέως ανάλογη της σύγχυσης που επικρατεί γύρω από το έργο του. Έτσι, λοιπόν, ο αρχιτέκτονας που τυγχάνει σήμερα μιας ευρείας αναγνωρίσεως σε όλο τον κόσμο, με εκθέσεις, αφιερώματα και μνημειώδεις εκδόσεις (αναφέρω την πρόσφατη της «Εlecta» και τη «Χίο» του «Ινδίκτου»), έχει μείνει στους περισσότερους, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, ως ένας υπερασπιστής της παράδοσης, ως ένας αξιοσέβαστος αρχαιολάτρης που δόξασε το ελληνικό τοπίο: με λίγα λόγια, ένας εξόριστος από την πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Οι «συνεχιστές» του Πικιώνη πρόβαλλαν όλα αυτά τα χρόνια το έργο του με λανθασμένο τρόπο, σαν μια μονοδιάστατη άρνηση καθετί καινούργιου, έχοντας συχνά ευρύτερους στόχους. Και είναι πράγματι παράξενο ότι οι λαθραίες παγίδες των σχηματοποιήσεων, καθώς και ο «αποκαλυπτικός» και μίζερος τόνος τους, αναπαράγονται στο διηνεκές, ακόμη και σε μερικούς νεώτερους που θεωρούν το έργο του παρωχημένο, μακριά από τις νέες δυναμικές της «μετά-πόλης».

Ο Πικιώνης όμως είναι κι αυτός, μ' έναν σύνθετο και κριτικό τρόπο, ένας από τους «εισηγητές» της νεωτερικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα, προτάσσοντας πάντα ως μότο και ελπίδα τη φράση: «Να μοιάσουμε μ' αυτό που πραγματικά είμαστε» (1950). Διευκρινίζω όμως για να αποφύγω τις παρεξηγήσεις: αν σήμερα όλη η αρχιτεκτονική είναι νεωτερική ή μετα-νεωτερική δεν σημαίνει ότι είναι με τον τρόπο του Πικιώνη. Η πραγματική συνεισφορά του δεν είναι η τυφλή άρνηση του μοντέρνου, αλλά ο ανθρωπολογικός και μεταφυσικός εμπλουτισμός του. Από εδώ ίσως πηγάζει η «συναισθηματική» (μια λέξη που επαναλάμβανε συχνά) και η μελαγχολική φλέβα του έργου του.
Σκεφθείτε τις πολυσυζητημένες αναφορές του στον κυβισμό, τα απροκατάληπτα και αλλόκοτα «εμφυτεύματα» του μπετόν σε σχήματα που μοιάζουν θρεμμένα από την ικμάδα της «παράδοσης του πλανήτη» και τις στενές σχέσεις που διατηρούσε μ' έναν άτεγκτο νεωτεριστή πολεοδόμο σαν τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη. Και όλα αυτά, την ίδια στιγμή που γράφει για την «απόλυτη ενότητα» που έχουν «οι ρίζες ενός έθνους» και συζητά με τον Φώτη Κόντογλου για εκείνο το παράξενο και καθαρτήριο αεράκι που περνά από την Κυπριάδου και ενώνει την Πεντέλη με τον Πειραιά.

Αυτοί οι ανορθόδοξοι συνδυασμοί και οι παράδοξες λεπτομέρειες απεχθάνονται την καθαρότητα και την απογύμνωση, μεταμορφώνουν την τάξη των γνώριμων μορφών, αναδεικνύοντας τον Πικιώνη στην πιο αινιγματική μορφή της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Εδώ βρίσκεται και η διαφορά του από τον 'ρη Κωνσταντινίδη, ο οποίος κάποτε κατέφυγε σε ενοχλητικά περιγέλαστα λόγια για το όνομα και τις απωανατολίτικες επιρροές του. Ο Πικιώνης, όπως όλοι οι μυστικιστές αρχιτέκτονες, διαισθάνθηκε ότι η λαϊκή τέχνη βρίθει από τέτοιες αλλόκοτες «παραμυθίες» (θυμηθείτε το Σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα), τις οποίες αισθανόμαστε εντελώς φυσικές και οικείες. Αν όχι από τον Νίκο Πολίτη ή τον Μέγα, σίγουρα από τον Ελύτη, τον Γκάτσο και τον Πεντζίκη γνωρίσαμε την ύπαρξη μιας «λαϊκής μαγείας» και «μαγγανείας», η οποία επιχείρησε την αποκρυπτογράφηση της φύσης, δίνοντας μέτρο ισορροπίας ακόμη και στις πιο «σκοτεινές» περιοχές της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ξέρουμε σήμερα ότι μια τέτοια στρατηγική συναντήθηκε κάποτε με τον υπερρεαλισμό, του οποίου ο απόηχος δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί.

Να γιατί πολλοί μιλώντας για τον Πικιώνη απωθούν επιμελώς ό,τι δεν εξυπηρετεί το ιδεολόγημά τους, το οποίο κατ' ευφημισμόν ονομάστηκε «σαφής ερμηνευτικός στόχος». Αν σήμερα τοποθετούμε την αρχιτεκτονική στο κέντρο μιας ευρύτερης πολιτισμικής θεώρησης, κατά έναν μεγάλο βαθμό το οφείλουμε στον Πικιώνη. Αυτό που στην πραγματικότητα αναδύεται είναι ένα ατελές πολιτισμικό σχέδιο, το οποίο στη σημερινή, μετα-βιομηχανική, εποχή οι περισσότεροι το συγκρίνουν με τη σύγχρονη δημιουργία. «Ελιμπίσθηκα το ανέφικτο», θα γράψει σε μια υποσημείωσή του ο Πικιώνης, συνοψίζοντας με τη δύναμη της επιθυμίας όλο το έργο του.
Πηγή: GreekAchitects.gr


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΙΚΙΩΝΗ
Το οικουμενικό μέσα
από το εντόπιο


Γεννήθηκα το 1887 στον Πειραιά· οι γονείς μου κατάγονται από τη Χίο. Η μητέρα του αείμνηστου Πορφύρα κι η δικιά μου ήταν αδελφάδες, το γένος Συριώτη. Τις εγκύκλιες σπουδές τις πέρασα στον Πειραιά. Κι όποιος ξέρει τι σημασία έχει για το νέο η παρουσία στην κριτική τούτη ηλικία ενός προσώπου σαν τον λαμπρόν εκείνο παιδαγωγό, που θύμιζε αρχαίον Έλληνα, τον αείμνηστο Ιάκωβο Δραγάτση, νιώθει γιατί οι μαθητές του φυλάγουν σ’ όλη τους τη ζωή, μέσα στην καρδιά τους, τη μνήμη της μορφής του.
 Στο σημείο αυτό, ας μου επιτραπεί ν’ αφιερώσω δυο λόγια στην ιερή μνήμη των γονιών μου. Από εκείνους κρατάνε οι ρίζες του «είναι» μας ...
«Εκεί κάτω, εις τα βράχια της Φρεαττύδας που καθημερινά μας πήγαινε την αδερφή μου κι εμένα η γιαγιά μας, ανάμεσα στα τραχιά εκείνα βράχια, όπου η αύρα έσειεν απαλά το μίσχο του φυτού που που φύτρωνε στις κουφάλες των βράχων, στο χώμα το θεοφόρο, το σπαρμένο από τα θραύσματα των αγγείων, ανάμεσα από τα χαίνοντα πηγάδια που μου μιλούσαν για τους αρχαίους κατοίκους αυτής της γης, της γης μου, εμόρφωνα τη συνείδησή της, έπλαθα την ιστορία της ...
Κατά τη διάρκεια ακόμα των γυμνασιακών μου σπουδών, έκανα συχνά οδοιπορίες εξερευνώντας το αττικό τοπίο. Από το Μοσχάτο, διασχίζοντας τον ελαιώνα, έφτανα ως τους βράχους του Φιλοπάππου και την Ακρόπολη ή, ακολουθώντας τις όχθες του Κηφισού, ως την Ιερά Οδό ... Αργότερα διέσχιζα το ερημικό τοπίο ως την Καισαριανή. Αλλά ποιος μπορεί να διηγηθεί επάξιά τους τι ήταν για τα μάτια του νέου που επάνω τους ήταν ριγμένος ακόμα ο μαγικός πέπλος της ποίησης.
Τι εσήμαιναν γι’ αυτόν οι μοναχικές τούτες οδοιπορίες. Ποια χαρά εχάριζε στην ψυχή η θέα του ανασκαλεμένου χώματος των περιβολιών που άχνιζε κάτω από τις πυρές αχτίδες του ήλιου!.. Ω, ποία χαρά στην αναπάντεχη θέα ενός άγνωστου γκρεμνού, μιας συστάδας από ελιές. Και το διάβα ανάμεσα στον ιερό ελαιώνα. Και οι υπώρειες τούτες της Αθήνας, οι υπώρειες και οι βράχοι [...] Κι οι σπηλιές των γκρεμνών γύρω απ’ της Παλλάδας το βράχο, και ο τρισεύγενος ναός της [...] Πέρα, των βουνών και των λόφων η μουσική αρμονία. Και ο αγνότατος αιθέρας, και το λαμπρότατο φως, και των ωρών του δειλινού η ανείπωτη αρμονία».
Το Σχολείο του Λυκαβηττού χτίστηκε περί το 1933. Όταν τέλειωσε, δεν μ’ ικανοποιούσε. Είναι τότε που στοχάστηκα πως το οικουμενικό πνεύμα πρέπει να συντεθεί με το πνεύμα της εθνότητος· ειν’ απ’ τις σκέψεις τούτες που βγήκαν, το Πειραματικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης (1935), η πολυκατοικία Χέυδεν (κάτοψη Μητσάκη - 1938), το σπίτι της γλύπτριας Φρόσως Ευθυμιάδη (1949). Είναι γνωστό πως τα μεταγενέστερα έργα, σε συνεργασία με τον γαμβρό μου τον κ. Αλ. Παπαγεωργίου, ειν’ επηρεασμένα από τις ίδιες τάσεις. Η έπαυλη Άνω Φιλοθέης (1954). Ο ξενώνας των Δελφών (1955).Όμοια με τα προσχέδια των σπιτιών του Συνοικισμού Αιξωνής και το Αναπαυτήριο του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη (1957). Η απαρίθμηση τούτων των έργων δεν έχει άλλο σκοπό παρά να δείξει στον κριτικό που θα εξέταζε τη σταθερή εμμονή που τα έργα τούτα -παρ’ όλες τις κυμάνσεις- παρουσιάζουν εις το να δουλεύουν στο ίδιο, που από την αρχή συνέλαβα, ιδεώδες. Τούτο είναι φυσικό, αφού οι «αρχές» εις τις οποίες στηρίζονται είναι αμετακίνητες. Να μιλήσω γι’ αυτές είναι ολότελα περιττό, αφού διατυπώθηκαν κατά καιρούς επανειλημμένα. Επανάληψη που δεν είχε άλλο σκοπό παρά να βαθαίνει ολοένα και να πλουτίζει το νόημά των, και για μένα τον ίδιο και για τους άλλους. Γιατί, ως προς τον εαυτό μου τουλάχιστο, δεν είχα ποτέ την αίσθηση πως λέω τα ίδια, μα πως ανακτώ κάθε φορά τις θεμελιακές τούτες αρχές. Για τα λάθη των επιτευγμάτων μου δεν είναι υπόλογες οι αρχές τούτες, μα η λανθασμένη από λόγου μου ερμηνείας τους.

Ο TΣΑΡΟΥΧΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΙΚΙΩΝΗ
«Κυνηγώντας το καλό,
βρίσκει το ελληνικό»

(Κείμενο γραμμένο καθ’ υπαγόρευση του Γιάννη Τσαρούχη στην Αγνή Πικιώνη το πρωί της 5ης Απριλίου 1987, στο σπίτι της, όταν ο ζωγράφος ανταποκρινόμενος σε πρόσκλησή της επισκέφθηκε και είδε τα ζωγραφικά έργα του Πικιώνη.)
Ο Πικιώνης, αν θέλουμε να καταλάβουμε ποιος είναι, πρέπει να τον δούμε σαν ένα Ευρωπαίο που μένει στην Ελλάδα και προσαρμόζεται σ’ αυτήν. Δεν είναι απ’ αυτούς που θέλουν να γίνουν εφάμιλλοι της Ευρώπης αλλά θέλει να κάνει ό,τι θά ‘κανε ένας Ευρωπαίος στην Ελλάδα. Η διαφορά αυτή είναι τεράστια γιατί όταν ο καλλιτέχνης θέλει να γίνει εφάμιλλος, εξαρτάται από το τι ονομάζει Ευρώπη. Όλοι αυτοί που πάνε ένα διάστημα ή και περισσότερο στην Ευρώπη τι βλέπουν και τι ξέρουν από Ευρώπη; Το πρόβλημα είναι αυτό. Η Ευρώπη των καφενείων και των άσκοπων συζητήσεων, ο καφές και το φολκλόρ του Παριζιάνικου δημιουργούν ένα εμπόδιο να καταλάβει κανείς τι είναι αληθινό και τι είναι ψεύτικο. Τι έχει κάνει γι’ αυτό ο κόσμος, παλιός και καινούργιος; Ο Έλληνας καλλιτέχνης που παίρνει στα σοβαρά την Ελλάδα είναι μοιραίο να έρθει σε αντίθεση με το επίσημο κράτος και με την ελληνική πραγματικότητα. Αυτό δίνει στον κάθε δημιουργό Έλληνα την δυσκολία να υπάρχει και να είναι διαφορετικός από τον Ευρωπαίο και τον Ανατολίτη.
Ο Πικιώνης θέλησε να τονίσει το γνήσιο από αυτά που τον περιστοίχιζαν, αφήνοντας απόλυτη ελευθερία να κάνει κανείς σφάλμα επ’ άπειρον αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Ο Έλληνας που θέλει να κάνει ό,τι του κατέβει δεν δέχεται την παράδοση και θέλει να υπάρχει ξένοιαστος για το τι γίνεται, δημιουργώντας ένα επιπόλαιο και πληροφορημένο σχετικώς στυλ. Η σειρά των έργων με την οποία προσπαθεί να αποδώσει την Αττική, είναι επηρεασμένη από τη δουλειά του Cezanne, αυτουνού δηλαδή που αλλάζει όλη την πορεία της παγκόσμιας ζωγραφικής. Όταν οι άλλοι αντιγράφουν τους ακαδημαϊκούς με το σουξέ τους, ο Πικιώνης μένει ανεπηρέαστος και με τα τοπία του τα ελληνικά προσπαθεί να βρει την ουσία της σκέψεώς του. Να αποδώσει την Ελλάδα ουσιαστικά, φτάνει να προϊδεί την αφηρημένη τέχνη· κυνηγώντας το καλό, βρίσκει το Ελληνικό. Αυτές οι σπουδές με λάδι εκ του φυσικού δίνουν τη δυνατότητα στον Πικιώνη να ζήσει το δράμα της σύγχρονης ζωγραφικής. Είναι συγχρόνως τα σχέδια ενός αρχιτέκτονα τα οποία θα συμπληρωθούν από μια αρχιτεκτονική ανάλογη. Ξεκινάει από το Τοπίο για να φθάσει στην Αρχιτεκτονική και η Αρχιτεκτονική γι’ αυτόν είναι Ποίημα, στο οποίο οι πρακτικές ανάγκες και λύσεις στοιχειωδώς εξυπηρετούνται.
Πρέπει νά ‘ναι ωραίο αυτό που κάνουμε, έλεγε, κι έχουμε δικαίωμα να αρνηθούμε την πραγματικότητα όσο δυνατή κι αν είναι. Ο σκορπιός, έλεγε, εξυπηρετείται οργανικά με την κατασκευή του αλλά οι ανθρώπινες ανάγκες τον βρίσκουν περιττό και ειδεχθή. Είναι τέλειο πλάσμα και δεν θα τον θέλαμε παρ’ όλο που είναι οργανικά τα πάντα σ’ αυτόν.
Είναι ο πρώτος αρχιτέκτων στην Ελλάδα που είχε το θάρρος να διακηρύξει ότι η Αρχιτεκτονική είναι Τέχνη και Ποίησις, κι έτσι είναι ένα πρόσωπο που παράλληλα με τη δημιουργία του ασκεί την αντιπολίτευση στην κατάσταση που δημιούργησαν οι διάφοροι «θετικοί» αρχιτέκτονες, που βάλλουν το confort και την οργανικότητα παραπάνω από όσο είναι απαραίτητο. Η ζωγραφική του εκτός από την ποιότητά της, είναι υπέροχη, είναι συγχρόνως η καλύτερη προετοιμασία στην αρχιτεκτονική του. Τα έργα του, από τη σειρά φυσή και πολλά άλλα δείχνουν πάντα τη διπλή τους αξία, σαν προετοιμασία στην αρχιτεκτονική και σαν ζωγραφική δημιουργία. Οι δημιουργίες του, του 1930-50, οι καθαρά ζωγραφικές, αρχίζουν να γίνονται άλλο πράγμα με την προσπάθεια να κάνει μία ζωγραφική διακοσμητική και ποιητική μαζί. Θαρρείς πως είναι η ολοκλήρωσις του σχεδίου εκ του φυσικού, που τον οδηγεί στην ανεξαρτησία του και στην ελευθερία της ζωγραφικής του, που είναι μια παρομοίωσις και όχι μια αντιγραφή. Ένα νέο στοιχείο μεταφυσικό έρχεται στο φως και δίνει πάλι το περιεχόμενο της αρχιτεκτονικής του αναζητήσεως. Βασίζεται σε ρυθμούς και ιδανικά λεπτεπίλεπτα που μόλις υπάρχουν και θέλει να τα βάλει σ’ έναν κόσμο στέρεο και έντονο. Κάποτε ο Le Corbusier μου είπε: «Θέλω να χτίσω σπίτια σαν τις Versailles, θέλω να κάνω τέχνη αλλά με στοιχεία σύγχρονα». Αυτό είναι ο πόθος κάθε καλλιτέχνη, να κάνει έργα που μία μοίρα τα διευθύνει και είναι ανεξάρτητα και πειθαρχούν σ’ έναν ανώτερο ρυθμό, που βγαίνει από μας και είναι πια η έκφρασις των πραγμάτων που είναι δικά μας και δεν είναι.

Πού θα δείτε έργα του
Οικία Ευθυμιάδη - Μενεγάκη, Γρυπάρη 1, Κυπριάδου
Οικία Ποταμιάνου, Νιόβης και Βασιλέως Παύλου 1, Φιλοθέη
Δημοτικό Σχολείο στα Πευκάκια, Λυκαβηττός
Ο διαμορφωμένος χώρος γύρω από την Ακρόπολη και τον λόφο Φιλοπάππου,
Αγιος Δημήτριος Λουμπαρδιάρης και Τουριστικό Περίπτερο Φιλοπάππου
Παιδική χαρά, Λεωφόρος Ελ. Βενιζέλου, Φιλοθέη
Πολυκατοικία, Χέυδεν 27, Πλ. Βικτωρίας
Οικία Σταματοπούλου, Αγίας Λαύρας και Λασκαράτου, Πατήσια
Ξενοδοχείο Ξενία, Δελφοί
Πειραματικό Σχολείο Θεσσαλονίκης
Φιλοπάππου, ΛουμπαρδιάρηςΠρόκειται για το πιο γνωστό έργο της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Ένα πραγματικό δίκτυο με μικρά κτίσματα αναπτύσσεται στον αρχαιολογικό χώρο, βασισμένο στην αρχιτεκτονική της κίνησης (και εφαρμόζοντας ορισμένες από τις χαράξεις της θεωρίας του Κ.Α. Δοξιάδη για τη «Διαμόρφωση του χώρου στην αρχαία αρχιτεκτονική»). Όλα αυτά ο Πικιώνης τα δούλεψε με Ναξιώτες μαρμαράδες και μαθητές του. Ένας από αυτούς, ο Δημήτρης Αντωνακάκης, θα πει: «Εργάζεται με έναν ασυνήθιστο τρόπο. Είναι σχεδόν κάθε μέρα στο εργοτάξιο. Συνεργάζεται με τους μαστόρους, εξηγεί, ρωτάει, σχεδιάζει, στοχάζεται, αποφασίζει... Συγκεντρώνει τα μαρμάρινα και πήλινα κομμάτια από την κατεδαφιζόμενη χωρίς συστολή Αθήνα του 19ου αιώνα, επιχειρώντας ένα γιγάντιο "κολάζ" από τα περασμένα και τα τωρινά».

Παιδική χαρά, Φιλοθέη


Αυτός ο «παιδικός κήπος», όπως τον ονόμαζε ο Πικιώνης, περιλαμβάνει χώρους παιχνιδιού για μικρότερα και μεγαλύτερα παιδιά, παιχνίδια, μια μικρή λίμνη, μια κρήνη, ένα γεφυράκι, το σκαρί μιας βάρκας, τα κουπιά και τα απλωμένα της δίχτυα. Το μεγαλύτερο κομμάτι της έγινε με αυτοσχεδιασμούς, χωρίς σχέδια. Στο έργο αυτό ο αρχιτέκτονας βλέπει «την παγκόσμια παράδοση ωσάν κάτι ενιαίο, που υπακούει στις "αίδιες" αρχές (οι αρχές της παράδοσης είναι "αΐδιες", οι μορφές παραλλάσσουν)».


Οικία Ποταμιάνου, Φιλοθέη



Στο εσωστρεφές ισόγειο του σπιτιού βρίσκονται τα υπνοδωμάτια και η τραπεζαρία με έναν εντυπωσιακό λιθόκτιστο τοίχο και την τραχιά επιφάνεια της μαύρης μαρμαρόπλακας δέκα τετραγωνικών μέτρων. Στον όροφο οι χώροι υποδοχής και ανάπαυσης διαθέτουν ιδεώδη θέα που αξιοποιεί την κλίση του βραχώδους τοπίου. Το σπίτι αυτό, θα πει ο συνεργάτης του Πικιώνη, Αλ. Παπαγεωργίου, επιχειρεί μια «σύζευξη του πνεύματος της Aπω Ανατολής με το πνεύμα της Δύσης».

Οικία Ευθυμιάδη - Μενεγάκη

Η κατοικία και εργαστήριο της γλύπτριας Φρόσως Μενεγάκη αναπτύσσεται αποσπασματικά γύρω από ένα καλοσχεδιασμένο αίθριο, το οποίο δημιουργεί μια εσωτερική εποπτεία και ένα ολοκληρωμένο συναίσθημα. Σύμφωνα με τον Πικιώνη, η αρχιτεκτονική του αντανακλά τη σύνθεση του «οικουμενικού πνεύματος» με το «πνεύμα της εθνότητας». Η γλύπτρια έλεγε ότι ο Πικιώνης, όταν χτιζόταν το σπίτι, πήγαινε τα βράδια με ένα κερί στο χέρι και την επόμενη ημέρα άλλαζε τη σκάλα, γιατί δεν του άρεσαν οι σκιές.

Πολυκατοικία, Χέυδεν 27


Στον ίδιο δρόμο υπήρχε και το Θερινό Θέατρο Κοτοπούλη που μελέτησε ο Πικιώνης το 1933, σύμφωνα με τις αρχές «του αρχαίου και του ιαπωνικού θεάτρου». Στην πολυκατοικία ο Πικιώνης σχεδίασε την πρόσοψη σε κατόψεις του αρχιτέκτονα Κ. Μητσάκη. Την καλύτερη περιγραφή του κτιρίου τη συναντάμε σε ένα δημοσίευμα της «Τέχνης», το 1938: «Για πρώτη φορά... νιώθουμε αγάπη για το τσιμέντο. Ο Πικιώνης άφησε το τσιμέντο, με το χρώμα του και την υφή του, να φανερώνει τον σκελετό της οικοδομής και περιόρισε τα επιχρίσματα στους ενδιάμεσους τοίχους, όπως γινόταν με την ξυλοδεσιά και τον τσατμά στα ελληνικά σπίτια της Μακεδονίας».
Στο φωτεινό ατελιέ της γλύπτριας στα Ανω Πατήσια (Γρυπάρη 1) συνυπάρχουν μοντέρνα με παραδοσιακά στοιχεία. Μετά τον θάνατο της Μενεγάκη η εγκατάλειψη του σπιτιού αυξάνει την αίσθηση του μυστηρίου
Η πολυκατοικία αυτή αποκαλύπτει το είδος της νεωτερικότητας που κατέκτησε ο Πικιώνης για την ελληνική αρχιτεκτονική. Όλα τα στοιχεία διαθέτουν μια λεπτότητα στην επεξεργασία και μια νομιμοποίηση στην ιστορία.

Δημοτικό Σχολείο στα Πευκάκια, Λυκαβηττός

Μοιάζει παράξενο το ότι το σχολείο αυτό, παρ' ότι απλώνεται με εξαιρετική «τοπογραφική ευαισθησία» στον λόφο του Λυκαβηττού και υλοποιεί μια έξοχη «αλληλεξάρτηση των πολιτιστικών φαινομένων και της φύσης», δεν ανήκει στα αγαπημένα έργα του αρχιτέκτονα. Αυτό που το κάνει πάντως ξεχωριστό είναι η διάταξη των καθαρών μοντέρνων όγκων στο επικλινές έδαφος και ο ανοιχτός χώρος για υπαίθρια μαθήματα, που διαθέτουν όλες οι αίθουσες διδασκαλίας.
Το σχολείο αυτό εντάσσεται σ' ένα πρόγραμμα ευρείας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της δεκαετίας του 1930. Από πολλούς θεωρείται ένα αριστούργημα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου